Σιδηροπούλου Χρυσάνθη-Θούλη

Σιδηροπούλου Χρυσάνθη-Θούλη
«ΤΟ ΒΛΕΜΜΑ ΤΗΣ ΘΟΥΛΗΣ»: ΣΙΔΗΡΟΠΟΥΛΟΥ ΧΡΥΣΑΝΘΗ(ΘΟΥΛΗ), Sidiropoulou Thouli - Chrysanthi: Η δήλωσή μου στα ΜΜΕ την 14/1/2015 μετά την αντιδημοκρατική και ανθρωποφαγική πολιτική καρατόμηση μου κι ενώ χρίστηκα και ανακηρύχτηκα υποψήφια με κάθε προβλεπόμενη σύμφωνα με το Καταστατικό του ΠΑΣΟΚ και νόμιμη διαδικασία, από το ψηφοδέλτιο του ΠΑΣΟΚ Ημαθίας στις Εθνικές Εκλογές της 25ης Ιανουαρίου 2015, επί Προεδρίας Βενιζέλου, από τον Κουκουλόπουλο και τον "Ημαθιάρχη" Χρυσοχοΐδη,συνεπικουρούμενοι από τους διορισμένους φίλους και φίλες τους στην Νομαρχιακή Επιτροπή ΠΑΣΟΚ Ημαθίας και δυο πρώην Δημάρχους ΠΑΣΟΚ στον Δήμο Βέροιας._"Ανήκω στο Πανελλήνιο Σοσιαλιστικό Κίνημα που ίδρυσε ο Ανδρέας Παπανδρέου. Πορεύτηκα πάντα με το όραμα που μας ενέπνευσε, τις αρχές και τις αξίες που μας έδωσε και εν τέλει μας καθόρισαν, ο αείμνηστος Ηγέτης της Δημοκρατικής Παράταξης. Αποτιμώντας σαφέστατα, στο παρόν και το μέλλον, την στρατηγική του Ανδρέα Παπανδρέου, ως και την μοναδικά διατυπωμένη στρατηγική πρόταση για τον Κοινωνικό Μετασχηματισμό της Ελλάδας, τον Δημοκρατικό Σοσιαλισμό με Ανθρώπινο πρόσωπο και Ευρωπαϊκό Προσανατολισμό, στον Κόσμο των ανοιχτών συνόρων. Στην μακρόχρονη θητεία μου στα κορυφαία όργανα του κόμματος, εκλεγμένη πάντα από Συνέδρια και την λαϊκή βάση του Κινήματος, αγωνίστηκα με πάθος και ψυχή για τις ιδέες μου, συμπορευόμενη με τα μέλη και στελέχη του ΠΑΣΟΚ, με συμμάχους και αντιπάλους, με φίλους και εχθρούς. Κρατώντας πάντα στάση Κοινού Αγώνα. Με λάθη και παραλείψεις. Με δημιουργικές συνθέσεις. Αφήνοντας πίσω εσωστρέφειες, χαρακώματα και άγονες αντιπαραθέσεις. Οι «καθεστωτικές» συμπεριφορές και οι εγωκεντρικές μακαριότητες διαφόρων εκφάνσεων του «κυβερνητισμού» και των μονίμων οπαδών του είναι, πάντα, ιστορικά ανόητες και απαράδεκτες. Δεν μετέχω των «αχράντων μυστηρίων» ‘’ιδιοκτητών και ενοικιαστών’’, ‘’οικογενειοκρατούντων και οικογενειοκρατουμένων’’, ‘’Διευθυντηρίων και μυημένων’’, ‘’πρoθύμων και αρεστών’’, ‘’ Ημαθιαρχών και επίδοξων Προέδρων του ΠΑΣΟΚ της επόμενης μέρας’’, ‘’ελίτ και λαϊκιστών’’. Ανήκω στο ΠΑΣΟΚ που ιδρύθηκε για να υπηρετεί τον Λαό και την Πατρίδα. ΜΟΝΟΝ. Με δημοκρατικές διαδικασίες και λειτουργία. ΜΟΝΟΝ. Στο ΠΑΣΟΚ που ανήκει στον Δημοκρατικό Ελληνικό Λαό. ΜΟΝΟΝ. Στο ΠΑΣΟΚ του Ανδρέα Παπανδρέου έδωσα τον ‘’όρκο της νιότης και της ζωής’’ μου. ΜΟΝΟΝ.

Τρίτη, 9 Δεκεμβρίου 2014

ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ:ΟΜΙΛΙΑ ΠΡΟΕΔΡΟΥ ΤΟΥ ΠΑΣΟΚ ΣΤΗΝ ΕΚΔΗΛΩΣΗ ΓΙΑ ΤΗ ΔΙΑΜΟΡΦΩΣΗ ΤΩΝ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ ΘΕΣΕΩΝ ΤΟΥ ΣΥΝΕΔΡΙΟΥ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΗΣ ΠΡΟΟΔΕΥΤΙΚΗΣ ΠΑΡΑΤΑΞΗΣ

   
Φίλες και φίλοι, κατ΄ αρχάς σας ευχαριστώ όλες και όλους για την παρουσία σας εδώ. Το γεγονός ότι ένα τέτοιο δυναμικό ανταποκρίθηκε πρόθυμα στην πρόσκληση της ομάδας εργασίας της Δημοκρατικής Παράταξης και του ΠΑΣΟΚ που ασχολείται με τη σύνταξη του προγράμματος, με την κατάρτιση του εθνικού σχεδίου ανασυγκρότησης, σημαίνει πολλά. Είναι ένας εξαιρετικά θετικός οιωνός.

Ο χώρος είναι ζωντανός, ο χώρος έχει στελέχη, ο χώρος έχει ιδέες, έχει προτάσεις, έχει το πάθος να βοηθήσει τη χώρα λέγοντας την αλήθεια.

Οι τελευταίες εξελίξεις για τις οποίες είχα την ευκαιρία να μιλήσω το πρωί σε μια πολύ σημαντική συνάντηση στελεχών της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, αναδεικνύουν δύο μεγάλα ζητήματα:

Η σχέση πολιτικής και οικονομίας

Το πρώτο και προφανές ζήτημα είναι η σχέση μεταξύ πολιτικής και οικονομίας, πόσο πολύ επηρεάζει η πολιτική σταθερότητα ή η πολιτική αστάθεια τις οικονομικές εξελίξεις. Τα μεγέθη όχι απλά και μόνον τα χρηματοοικονομικά, αλλά τελικά και τα δημοσιονομικά και τα μακροοικονομικά. Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι τίποτα δεν είναι πιο σημαντικό οικονομικό στοιχείο, από το πολιτικό ρίσκο σε μια χώρα. Η σταθερότητα ή η αστάθεια, η σοβαρότητα ή ο ερασιτεχνισμός και η επιπολαιότητα, είναι παράμετροι που επηρεάζουν σε καταλυτικό βαθμό την οικονομική πορεία ενός τόπου.

Η σχέση Δημοκρατίας και αλήθειας

Το δεύτερο μεγάλο ζήτημα είναι η σχέση Δημοκρατίας και αλήθειας, γιατί πρέπει να ξαναθυμηθούμε τώρα τι είναι αυτό που αγωνιζόμαστε να κάνουμε, τι είναι αυτό που συνέβη τα τελευταία πέντε χρόνια και γιατί είναι κρίσιμες οι λίγες επόμενες εβδομάδες που ακολουθούν, όχι μόνον μέχρι τις 29 Δεκεμβρίου που είναι η τρίτη ψηφοφορία για την εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας. Ούτε μέχρι το τέλος Ιανουαρίου που μπορεί να έχουμε εκλογές αν δε βρεθούν 180 υπεύθυνοι και διορατικοί Βουλευτές, αλλά μέχρι το τέλος Φεβρουαρίου καθώς μέχρι τότε πρέπει να έχουμε ολοκληρώσει τη διαπραγμάτευση και να έχουμε διαμορφώσει το νέο θεσμικό πλαίσιο για την πορεία της χώρας σε σχέση με τους εταίρους της, σε σχέση με τις αγορές και σε σχέση με τον εαυτό της.

Η σχέση Δημοκρατίας και αλήθειας τροφοδότησε τα χρόνια της μεταπολίτευσης την κρίση, γιατί όπως έχω πει κατ’ επανάληψη με δημοκρατικό πάθος και με μεγάλες πλειοψηφίες υπερψηφίστηκαν εσφαλμένες επιλογές, ανεύθυνες επιλογές, επιλογές που κόστισαν στη διόγκωση του δημοσίου χρέους και τον εκτροχιασμό τόσο του δημοσιονομικού ελλείμματος, όσο και του ελλείμματος ανταγωνιστικότητας της χώρας.

Και είναι γνωστό πως ο κόσμος θέλει να του πούμε την αλήθεια, θέλει να είμαστε όλα τα πολιτικά κόμματα κι όλα τα πολιτικά πρόσωπα απολύτως ειλικρινείς, αλλά το έχουμε πει πολλές φορές πως η αλήθεια είναι δυσάρεστη, η αλήθεια είναι επώδυνη, η αλήθεια συνεπάγεται δύσκολες επιλογές.

Και ως εκ τούτου είναι πάρα πολλοί δυστυχώς οι φίλοι μας οι συμπολίτες μας που ζητούν επιτακτικά την αλήθεια, μετά θα προτιμούσαν αντί της αλήθειας να ακούσουν ένα ευχάριστο ψέμα κι όταν πρόκειται να ψηφίσουν και άρα να διαλέξουν για τη μοίρα του τόπου δεν κάνουν την επιλογή της αλήθειας και της ευθύνης, αλλά κάνουν την επιλογή της ψευδαίσθησης, η οποία είναι άκρως επικίνδυνη και παραπλανητική πρωτίστως για τον εαυτό τους.

Νομίζω ότι η συγκυρία σηματοδοτεί το έργο μας στην ομάδα επεξεργασίας του προγράμματος και του εθνικού σχεδίου ανασυγκρότησης του ΠΑΣΟΚ και της Δημοκρατικής Παράταξης. Γιατί αυτοί οι δύο άξονες -η σχέση οικονομίας και πολιτικής και η σχέση Δημοκρατίας και αλήθειας- είναι που πρέπει να οριοθετήσουν τον δικό μας λόγο.

Ο δικός μας λόγος πρέπει να είναι ένας λόγος ιστορικά υπεύθυνος, δημοκρατικά ελκυστικός, πρέπει όμως να είναι ένας λόγος αληθινός, ένας λόγος ακριβής, ένας λόγος έντιμος, γιατί σε τελική ανάλυση χωρίς τα στοιχεία αυτά είσαι καταδικασμένος σε μια αποτυχία η οποία μπορεί να είναι παταγώδης.

Τι είναι σήμερα προοδευτικό ;

Λέγοντας αυτά τα πράγματα στην πραγματικότητα προσδιορίζουμε την πιο κρίσιμη έννοια, την έννοια του προοδευτικού. Προοδευτικό δεν είναι αυτό που λέει εύκολα και συμπαθητικά λόγια ,σήμερα προοδευτικό είναι αυτό που μπορεί να οδηγήσει σε ολοκληρωμένες και υπεύθυνες λύσεις, προοδευτικό είναι αυτό που αποσαφηνίζει τη σχέση Δημοκρατίας και αλήθειας, προοδευτικό είναι αυτό που λαμβάνει υπόψη όλα τα δεδομένα και πρωτίστως τη σχέση πολιτικής και οικονομίας.

Δεν είναι δήλωση προθέσεων το «είμαι προοδευτικός». Το «είμαι προοδευτικός» είναι μια επώδυνη, συγκεκριμένη πράξη, η οποία τελικώς αξιολογείται εκ του αποτελέσματός της κι έχει πάρα πολύ μεγάλη σημασία εμείς να είμαστε η προοδευτική Δημοκρατική Παράταξη, αυτό που εξ αρχής θέλησε να είναι ιστορικά το ΠΑΣΟΚ με τον Ανδρέα Παπανδρέου.

Αυτό που έχουν κρατήσει στην αγαθή μνήμη τους οι Έλληνες, γιατί φυσικά υπάρχει και η πονηρή πλευρά της μνήμης, αυτή που θυμάται έναν παράδεισο που κλονίστηκε λόγω της κρίσης και κάποιοι νομίζουν ότι θα τον ξαναβρούν ακέραιο μέσα από την υπερψήφιση ανεύθυνων και δημαγωγικών επιλογών, που θα κοστίσουν πρωτίστως στους ίδιους.

Γιατί εάν δε διαμορφώνονται οι προϋποθέσεις που είπα στην αρχή για τη σχέση οικονομίας και πολιτικής και Δημοκρατίας και αλήθειας, κάποιοι την πληρώνουν και τελικά την πληρώνουν οι αδύναμοι, οι μεσαίοι και καθόλου οι ισχυροί.

Αυτό το παιχνίδι λοιπόν της ριζοσπαστικοποίησης των μεσαίων στρωμάτων που ζούμε τα τελευταία χρόνια είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον, το έχουμε ξαναζήσει ιστορικά μετά τη μεταπολίτευση, το ΠΑΣΟΚ το εξέφρασε με τον καλύτερο ,τον υγιέστερο τρόπο στη δεκαετία του ΄70 και του ΄80, αλλά τώρα το παιχνίδι αυτό παίζεται με όρους παραφθοράς.

Και πρέπει να είναι πραγματικά πάρα πολύ προσεκτικοί αυτοί που αποζητούν την επιστροφή σε κεκτημένα, τα οποία όμως αντί να τα βρουν θα τους οδηγήσουν σε καταστάσεις οι οποίες θα είναι πολύ χειρότερες από αυτές που δεν βίωσαν μέχρι τώρα επειδή εμείς αναλάβαμε την πολιτική ευθύνη και το πολιτικό κόστος των δύσκολων επιλογών, των υπεύθυνων επιλογών.

Οι αντιφάσεις και τα όρια του ευρωπαϊκού πλαισίου

Και αυτό που λέω, φίλες και φίλοι, μας φέρνει αντιμέτωπους με το μεγάλο θέμα που είναι το ευρωπαϊκό πλαίσιο, γιατί δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι εμείς τα τελευταία πέντε χρόνια κάναμε αναγκαστικές επιλογές .Και κάναμε αναγκαστικές επιλογές γιατί έπρεπε να συμβιβαστούμε με εταίρους και δανειστές οι οποίοι ήθελαν να επιβάλουν τις δικές τους αντιλήψεις και τους δικούς τους όρους για το τι σημαίνει δημοσιονομική και διαρθρωτική προσαρμογή της Ελλάδας. Για το τι σημαίνει ανταγωνιστικότητα μέσα σε ένα ευρωπαϊκό πλαίσιο, για το τι σημαίνει «ηθική» τοποθέτηση -χρησιμοποιώ το ηθική εντός εισαγωγικών- απέναντι στην κρίση, δηλαδή ανάληψη ευθύνης για την κρίση, συλλογικής ευθύνης.

Αυτή είναι μία συντηρητική αντίληψη, είναι μια αντίληψη που κυριαρχεί στην Ευρώπη, είναι μια αντίληψη που ψηφίζεται από λαούς και κοινοβούλια, είναι μια αντίληψη που έχει τη στήριξη των ευρωπαϊκών κοινωνιών και αυτό ηχεί παράδοξα, γιατί βλέπουμε η Ευρώπη εν έτει 2015 να είναι μία Ευρώπη που έχει δυναμικές πλευρές μόνον εκεί που οι πλευρές αυτές είναι και παθογενείς.

Γιατί βλέπουμε ο ευρωπαϊκός δυναμισμός να υπάρχει στην ακροδεξιά, στον εθνικισμό, στον στείρο ευρωσκεπτικισμό και σε έναν περίεργο δήθεν αριστερό ριζοσπαστισμό που στην πραγματικότητα είναι μια άναρθρη κραυγή για κάτι που δεν υπάρχει, για κάτι που δεν μπορεί να περιγραφεί και για κάτι που τελικά μας οδηγεί δεκαετίες πίσω, γιατί όταν πάει να διατυπωθεί με μια στοιχειώδη συνοχή, μας θυμίζει ιστορικές εμπειρίες που δεν θέλαμε να βιώσουμε, που ευτυχώς δεν βιώσαμε στον τόπο μας και που τελικά καταδικάστηκαν ιστορικά.

Η Ευρώπη, ναι, είναι στην πραγματικότητα μια Ευρώπη εσωστρεφής, επιφυλακτική, μια Ευρώπη που μικραίνει πληθυσμιακά, που γηράσκει δημογραφικά, που χάνει την αυτοπεποίθηση της μεγαλύτερης οικονομικής δύναμης, που χάνει την αυτοπεποίθηση της Ευρώπης της ιστορίας, του πολιτισμού, της δημιουργίας, της καινοτομίας, της πολυφωνίας, της ανεκτικότητας. Είναι μια άλλη Ευρώπη. «Η ήπειρος σκοτεινιάζει» για να θυμηθώ μια παρά πολύ γνωστή έκφραση.

Όμως δεν παύει να είναι το καλύτερο από τα προσφερόμενα πλαίσια αναφοράς. Δεν υπάρχει τίποτε άλλο μέσα στο οποίο να μπορούμε να κινηθούμε. Οι συσχετισμοί είναι συσχετισμοί αρνητικοί και επικίνδυνοι και αυτό είναι το μεγάλο ιστορικό δράμα της Ευρωπαϊκής Σοσιαλδημοκρατίας, της Ευρωπαϊκής Κεντροαριστεράς.

Εμείς συγκροτούμε τώρα ξανά το ΠΑΣΟΚ και τη Δημοκρατική Προοδευτική Παράταξη, εργαζόμαστε συλλογικά μέσα στους κόλπους του Ευρωπαϊκού Σοσιαλιστικού Κόμματος και των Ευρωπαίων Σοσιαλιστών και Δημοκρατών στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο υπό εξαιρετικά δυσμενείς συνθήκες, γιατί συνολικά η Ευρωπαϊκή Κεντροαριστερά, συνολικά η Ευρωπαϊκή Σοσιαλδημοκρατία είτε είναι στην Κυβέρνηση είτε είναι στην Αντιπολίτευση, είτε μετέχει ως δεύτερος εταίρος σε κυβερνητικά σχήματα, έχει πολύ μεγάλη δυσκολία να διατυπώσει μια ολοκληρωμένη εναλλακτική πρόταση η οποία να γίνει δεκτή από τις ευρωπαϊκές κοινωνίες, να ψηφιστεί και να κατισχύσει.

Και αυτό συμβαίνει πρωτίστως για ένα πάρα πολύ απλό λόγο: γιατί οι συσχετισμοί στην Ευρώπη δεν είναι συσχετισμοί ιδεολογικοί και πολιτικοί, δεν είναι συσχετισμοί αξιακοί. Το τέλος της πολιτικής, η ακύρωση της ιδεολογίας είναι το μεγαλύτερο πρόβλημα της Ευρωπαϊκής Σοσιαλδημοκρατίας και γενικότερα των ευρωπαϊκών προοδευτικών δυνάμεων. Γιατί οι κρατούντες συσχετισμοί στην Ευρώπη είναι συσχετισμοί διακρατικοί, είναι συσχετισμοί εθνικών συμφερόντων.

Και το μεγαλύτερο πρόβλημα που αντιμετωπίζει η Ευρώπη ως σχέδιο ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης και ως πεδίο αντιπαράθεσης των ιδεολογικών και πολιτικών δυνάμεων, άρα και των προοδευτικών σοσιαλδημοκρατικών απόψεων με τις συντηρητικές, είναι το γεγονός ότι είναι ασφυκτικοί οι πάγιοι εθνικοί συσχετισμοί, οι οποίοι έχουν δυστυχώς κλειδωθεί και εμπεδωθεί μέσα από τις θεσμικές εξελίξεις των προηγούμενων δεκαετιών στην ευρωπαϊκή ολοκλήρωση.

Γιατί δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι οι μεγάλες επιλογές της δεκαετίας του ’90, δηλαδή οι επιλογές μετά την ενιαία πράξη και κυρίως μετά τη Συνθήκη του Μάαστριχτ ,οι επιλογές από τη στιγμή που συγκροτείται η έννοια της Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης και αναδεικνύονται οι περιβόητοι δείκτες του Μάαστριχτ, είναι επιλογές που κλειδώνουν και αναπαράγουν πολύ συγκεκριμένες διακρατικές ανισότητες μέσα στην Ευρώπη και εν τέλει μέσα στην Ευρωζώνη, που είναι ο μεγάλος ισχυρός πυρήνας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η πιο δυναμική και ολοκληρωμένη μορφή ενισχυμένης συνεργασίας μεταξύ 19 τώρα κρατών - μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Γιατί αυτό σημαίνει ότι δεν υπάρχουν μηχανισμοί αναδιανομής του πλεονάσματος σε πανευρωπαϊκό επίπεδο και δεν μπορούν να εγκαθιδρυθούν οι μηχανισμοί αυτοί καθώς είναι έτσι πια οργανωμένες οι νομισματικές ,χρηματοοικονομικές και πολιτικές σχέσεις που αυτό το καθιστούν σχεδόν αδύνατο .Και αυτό είναι το μεγαλύτερο πρόβλημα της Ευρωπαϊκής Σοσιαλδημοκρατίας της Ευρωπαϊκής Κεντροαριστεράς αλλά και το μεγαλύτερο υπαρξιακό πρόβλημα του ευρωπαϊκού οικοδομήματος συνολικά.

Αυτό δεν λύθηκε ούτε με τη Συνθήκη της Λισσαβόνας φυσικά, που ήταν μια μέτρια και μετριοπαθής συμβιβαστική λύση, δεν λύθηκε ούτε με τις πρόσφατες ευρωεκλογές όπου ψελλίστηκαν κάποια πράγματα ,αλλά βέβαια δεν διατυπώθηκε το ολοκληρωμένο αφήγημα για μια προοδευτική Ευρώπη.

Αυτή είναι, αν θέλετε, η μεγαλύτερη πρόκληση που αντιμετωπίζουμε: να πούμε πράγματα τα οποία αφορούν την Ελλάδα και πράγματα που αφορούν την Ευρώπη. Γιατί στην πραγματικότητα η Ελλάδα τα τελευταία πέντε χρόνια είναι ένα εργαστήριο στο οποίο δοκιμάζεται αυτή η αντίληψη περί Ευρώπης που επικρατεί. Και η αντίληψη περί Ευρώπης που επικρατεί, το έχω πει πάρα πολλές φορές ,τελικά δεν είναι τίποτε άλλο, από την αποδοχή με ένα αιώνα καθυστέρηση της αντίληψης ότι η Ευρώπη δεν μπορεί να είναι χειραφετημένη.

Όπως δεν μπορούσε να είναι χειραφετημένη στα θέματα ασφάλειας και άμυνας γιατί από το 1917, από την ύστερη φάση του Α ´ Παγκοσμίου Πολέμου η ευρωπαϊκή ασφάλεια έγινε ευρωαμερικανικό πρόβλημα με τις επιλογές που έκανε ο Πρόεδρος Ουίλσον για να σωθεί η ευρωπαϊκή ήπειρος. Αυτό συνεχίστηκε στο

Β ´Παγκόσμιο Πόλεμο, συνεχίστηκε στον Ψυχρό Πόλεμο και συνεχίστηκε στον ασύμμετρο πόλεμο μετά τον Ψυχρό Πόλεμο, με αποτέλεσμα τώρα αυτό πια, να έχει μεταφερθεί και στο επίπεδο των οικονομικών σχέσεων, στο επίπεδο της ευρωπαϊκής οικονομίας.

Μου έκανε πολύ μεγάλη εντύπωση που στο δείπνο των Υπουργών Εξωτερικών του ΝΑΤΟ προχθές, ούτε λίγο ούτε πολύ τέθηκε ανοιχτά το ζήτημα της ευρωατλαντικής συμμαχίας σε συνδυασμό με τον εκκρεμή ακόμη διάλογο για την ευρωατλαντική, την ευρωαμερικανική συμφωνία εμπορίου και επενδύσεων.

Έχει πάρα πολύ μεγάλη σημασία να δούμε ότι διαμορφώνεται ένας χώρος ο οποίος δεν είναι αμιγώς ευρωπαϊκός ,με ό,τι αυτό σημαίνει και η παρουσία του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου στην πραγματικότητα στην καρδιά της Ευρώπης, ως μια επιλογή που δεν αφορά την Ελλάδα - η Ελλάδα συμπτωματικά βρέθηκε στο διάβα αυτής της επιλογής -είναι μια επιλογή που στην πραγματικότητα μπορεί να παραλληλιστεί με αυτό που έγινε στις αρχές της δεκαετίας του ’50, αμέσως μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο στην έναρξη του Ψυχρού Πολέμου, που είναι η συγκρότηση του ΝΑΤΟ.

Έχει πάρα πολύ μεγάλη σημασία να δούμε πως μπορούμε εμείς να διατυπώσουμε προτάσεις οι οποίες συσχετίζουν την κρίση του ευρωπαϊκού παραγωγικού μοντέλου ,της ευρωπαϊκής ανταγωνιστικότητας, με την κρίση του ευρωπαϊκού κοινωνικού κράτους, γιατί αν δεν έχουμε υπόψη μας τη μεγάλη κλίμακα ,την ευρωπαϊκή κλίμακα ,δεν θα μπορέσουμε ποτέ να διατυπώσουμε σοβαρές, αξιόπιστες προτάσεις στην εθνική κλίμακα.

Γιατί τα πάντα σε τελική ανάλυση εξαρτώνται από μια διαρκή ενδοευρωπαϊκή διαπραγμάτευση στην οποία μετέχουμε και η οποία δεν αφορά το πρόγραμμα ,το δάνειο, το Μνημόνιο, την τρόικα . Αφορά το βαθύτερο και μόνιμο γεγονός ότι η Ελλάδα είναι μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και μέλος της Ευρωζώνης και ευτυχώς είναι, γιατί αν δεν ήταν μέλος αυτών των δύο οικογενειών, θα είχε βιώσει την κρίση με όρους και εσωτερικής και εξωτερικής υποτίμησης. Μάλιστα με τόσο βίαιους όρους περιδίνησης σε σχέση με το νόμισμα και άρα αλλεπάλληλων υποτιμήσεων, που αυτό που έγινε τα τελευταία πέντε χρόνια με την απώλεια του 25% του ΑΕΠ σωρευτικά, να φαντάζει ως μια παιδική εκδρομή. Δυστυχώς αυτό όμως δεν το καταλαβαίνει ένα πολύ μεγάλο μέρος των συμπολιτών μας, γιατί δεν το βίωσε και δεν το βίωσε γιατί εμείς βάλαμε στην πλάστιγγα την ευθύνη μας, το πολιτικό κόστος, τον ακρωτηριασμό της Παράταξης προκειμένου να αποφευχθεί η καταστροφή.

Έχει πολύ μεγάλη σημασία να σπάσουμε αυτό το φαύλο κύκλο, τη διαρκή ανακύκλωση της ευρωπαϊκής δημοσιονομικής ,αναπτυξιακής και κοινωνικής κρίσης και να διατυπώσουμε προτάσεις που στηρίζουν και αναζωογονούν και το ευρωπαϊκό μοντέλο ανάπτυξης και ανταγωνιστικότητας και το ευρωπαϊκό κοινωνικό κράτος.

Το πολιτικό υποκείμενο : το αξιακό φορτίο του ΠΑΣΟΚ και της δημοκρατικής προοδευτικής παράταξης

Ποιοι εμείς; Γιατί η πολιτική θέλει υποκείμενο, η πολιτική θέλει βούληση. Δεν είναι βολονταριστική, αλλά θέλει βούληση, θέλει συλλογικά υποκείμενα ικανά να ερμηνεύουν τις συνθήκες, να αντιλαμβάνονται τους συσχετισμούς, να προδιαγράφουν στρατηγικές επιλογές και κυρίως να αγωνίζονται επί του πεδίου.

Εμείς λοιπόν το ΠΑΣΟΚ και η Δημοκρατική Προοδευτική Παράταξη, το συκοφαντημένο ΠΑΣΟΚ, αυτό που ανέλαβε το βάρος των ιστορικών του επιλογών, που πληρώνει τώρα τις συνέπειες της πολιτικής του ηγεμονίας τις δεκαετίες της μεταπολίτευσης. Γιατί ηγεμονία δεν είναι να κυριαρχείς εκλογικά, ηγεμονία είναι να σε μιμούνται οι αντίπαλοι

Και βεβαίως η Δημοκρατική Προοδευτική Παράταξη ως ένας χώρος στελεχών με αθωότητα ιστορική και πολιτική που αντιλαμβάνεται τον ιστορικό ρόλο του ΠΑΣΟΚ όχι μόνον στις δεκαετίες του ΄80, του ΄90, του 2000, αλλά και τώρα, τώρα που γίνεται ο αγώνας αυτός, τώρα που διεξάγεται ο πόλεμος της γενιάς μας.

Υπό την έννοια αυτή έχουμε ένα φορτίο ιστορικό, ιδεολογικό, αξιακό, το οποίο είναι εξαιρετικά πολύτιμο, σπάνιο, το μεγαλύτερο, κανείς δε διαθέτει το φορτίο αυτό. Λένε συχνά: Μα είστε η Δημοκρατική Παράταξη, γιατί οι άλλοι δεν είναι δημοκρατικά κόμματα;

Βεβαίως είναι δημοκρατικά κόμματα, αλλά είναι άλλο πράγμα το δημοκρατικό φάσμα, το συνταγματικό φάσμα και άλλο πράγμα η Δημοκρατική Προοδευτική Παράταξη ως ιστορική συνέχεια, ως κόκκινη γραμμή που διαπερνά τη συνείδηση και τη μνήμη της ελληνικής κοινωνίας.

Και βέβαια όταν μιλάει κανείς για Δημοκρατία, όταν μιλάει κανείς για ατομικά δικαιώματα, για ανθρώπινα δικαιώματα, για πλουραλισμό, για ανεκτικότητα, μιλάει για κάτι το οποίο φαντάζει πάρα πολύ απλό και αυτονόητο και κοινής αποδοχής.

Δεν είναι όμως, γιατί αυτές οι κατακτήσεις του πολιτικού φιλελευθερισμού πουθενά δεν βρήκαν την πιο ολοκληρωμένη εκφορά τους από την ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία κι εμείς είμαστε εκφραστές αυτού του ,φιλελεύθερου πολιτικά, δημοκρατικού ευρωπαϊκού σοσιαλισμού.

Το αίτημα του εκσυγχρονισμού επίσης που διαπερνά την ελληνική ιστορία, την ιστορία του Ελληνικού Κράτους και της νέας ελληνικής κοινωνίας, από τις παραμονές της επανάστασης της ανεξαρτησίας μέχρι σήμερα, είναι ένα αίτημα που εκφράστηκε με την πιο ολοκληρωμένη του μορφή μετά τη μεταπολίτευση από τον δικό μας χώρο.

Κι έχει πάρα πολύ μεγάλη σημασία να δούμε τη γένεση και τη διαχείριση της κρίσης στην πραγματικότητα ως μια συνέχεια της μεγάλης ιδεολογικής και ιστορικής σύγκρουσης μεταξύ μιας λίγο ή πολύ εκσυγχρονιστικής και μιας λίγο ή πολύ παραδοσιακής αντίληψης για το τι σημαίνει κοινωνία, τι σημαίνει πολιτική, τι σημαίνει οικονομία, τι σημαίνει ανταγωνιστικότητα, τι σημαίνει επιχειρηματικότητα, τι σημαίνει κράτος, τι σημαίνει κοινωνία των πολιτών.

Και στην πραγματικότητα αυτό το οποίο πάντοτε ταλανίζει τη σκέψη των προοδευτικών πολιτών είναι το αξεπέραστο δίλημμα μεταξύ ελευθερίας και ισότητας. Εμείς πρέπει να διατυπώσουμε προτάσεις που δίνουν με όσο γίνεται πιο καθαρό τρόπο την απάντησή μας, τη σταθμισμένη απάντησή μας στη σχέση ελευθερίας και ισότητας, γιατί θέλουμε τον μέγιστο δυνατό βαθμό ελευθερίας και τον μέγιστο δυνατό βαθμό ισότητας.

Αλλά για να το πετύχεις αυτό θέλεις μηχανισμούς αναδιανομής, θέλεις μηχανισμούς αποκατάστασης της κοινωνικής δικαιοσύνης, για να έχουν όμως νόημα οι μηχανισμοί αναδιανομής πρέπει να υπάρχει πλεόνασμα, πρέπει να υπάρχει προϊόν, πρέπει να υπάρχει παραγωγή, δε γίνεται με τα ψέματα αυτό. Πρέπει να υπάρχει κάτι χειροπιαστό, κάτι απτό, πρέπει να έχεις μια οικονομία που παράγει, πρέπει να έχεις εθνικό παραγωγικό ιστό, πρέπει να έχεις μια οικονομία η οποία είναι ζωντανή.

Μια οικονομία η οποία δεν εξαρτάται από τις διακυμάνσεις της συγκυρίας με έναν τρόπο ο οποίος είναι ρηχός και επιπόλαιος, επειδή πχ σε μια άλλη χώρα μακρινή από όπου έχεις πολλούς τουρίστες κάθε χρόνο έχεις μια οικονομική κρίση ή μια διακύμανση της διεθνούς τιμής του πετρελαίου και του φυσικού αερίου και αυτό σου κλονίζει την εθνική σου οικονομία και το ρυθμό ανάπτυξης ,γιατί εξαρτάσαι τόσο πολύ από συγκυρίες τις οποίες δεν μπορείς να ελέγξεις.


Απευθυνόμαστε στις δημιουργικές δυνάμεις του τόπου

Έχει λοιπόν πάρα πολύ μεγάλη σημασία να μιλήσουμε γι΄ αυτά που είναι τα ουσιώδη πράγματα και να μιλήσουμε γι’ αυτά απευθυνόμενοι στις δημιουργικές δυνάμεις του τόπου. Το ποια είναι η δημιουργική δύναμη στον τόπο αυτό είναι σε πολύ μεγάλο βαθμό ένα ζήτημα ιδεολογικής αυτοτοποθέτησης, γιατί δημιουργικές δυνάμεις βρίσκεις παντού.

Δημιουργικές δυνάμεις βρίσκεις στον κόσμο του επιχειρείν, στον κόσμο της εργασίας, στον κόσμο της εκπαίδευσης και της διανόησης, στον κόσμο του πολιτισμού.

Δημιουργικές δυνάμεις βρίσκεις στο κέντρο, στο λεκανοπέδιο, δημιουργικές δυνάμεις βρίσκεις στην ελληνική περιφέρεια.

Δημιουργικές δυνάμεις βρίσκεις στο χώρο του απόδημου ελληνισμού.

Δημιουργικές δυνάμεις βρίσκεις σε όλους τους τομείς της ελληνικής οικονομίας. Στην πρωτογενή παραγωγή βρίσκεις δημιουργικές δυνάμεις στο χώρο των αγροτών, στο χώρο της αγροτικής επιχειρηματικότητας και της αγροτικής καινοτομίας.

Στο χώρο της μεταποίησης, στο χώρο της ενέργειας, στο χώρο του τουρισμού, στο χώρο της καινοτομίας φυσικά βρίσκεις δημιουργικές δυνάμεις, όπως μπορείς να βρεις και μια γραφειοκρατική τετριμμένη αντίληψη που επαναλαμβάνει μοτίβα χιλιοειπωμένα τα οποία απλώς εισάγονται στην Ελλάδα ατελώς.

Έχει λοιπόν πάρα πολύ μεγάλη σημασία να απευθυνθούμε στις δημιουργικές δυνάμεις του τόπου, σε αυτές που καταλαβαίνουν την προσπάθεια, σε αυτές που στηρίζουν την προσπάθεια, σε αυτές που καταλαβαίνουν τι σημαίνει να δίνουν τον αγώνα τους οι Βουλευτές του ΠΑΣΟΚ και της προηγούμενης και αυτής της Βουλής για να κρατηθεί η χώρα όρθια.

Τι σημαίνει να καταβάλλεις πολιτικό κόστος, τι σημαίνει να υπερψηφίζεις μέτρα τα οποία θα μπορούσες να έχεις αποφύγει να υπερψηφίσεις, τι σημαίνει να αγωνίζεσαι για να αποφύγεις το χειρότερο . Και υπάρχουν δυνάμεις μέσα στην ελληνική κοινωνία που αντιλαμβάνονται πάρα πολύ καλά ποιος είναι ο ρόλος του ΠΑΣΟΚ και της Δημοκρατικής Προοδευτικής Παράταξης ως εγγυητή της εθνικής σταθερότητας.

Και αυτές τις μέρες, καθώς βαδίζουμε προς την εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας, καθώς τα διλήμματα είναι πάρα πολύ καθαρά και σκληρά, θα αναδεικνύεται αυτός ο ρόλος του χώρου μας και της παράταξής μας, ως εγγυητή όχι απλά και μόνον της κυβερνητικής σταθερότητας, ούτε μόνο ως εγγυητή της προεδρικής συναίνεσης, αλλά ως εγγυητή της εθνικής στρατηγικής και της εθνικής σταθερότητας, είτε γίνουν εκλογές, είτε δε γίνουν.

Γι΄ αυτό έχει πολύ μεγάλη σημασία η αυτοπεποίθηση, η αυτογνωσία, η καθαρή τοποθέτηση της παράταξης με προγραμματικό λόγο, προγραμματικό λόγο όμως. Προγραμματικό λόγο, που αναδεικνύει τη σημασία της πολιτικής κι όχι με προγραμματικό λόγο συνθηματικό, με προγραμματικό λόγο επικοινωνιακό, όχι με δήθεν προγραμματικό λόγο ο οποίος στην πραγματικότητα είναι εξυπναδίστικος και δε λέει τίποτα για την ουσία του θέματος.

Το νέο εθνικό παραγωγικό μοντέλο

Μπορούμε πολύ εύκολα κι εμείς να στέλνουμε πολλά twitter την ημέρα, πολλά τιτιβίσματα, αλλά δεν είναι αυτό ο προγραμματικός λόγος. Ο προγραμματικός λόγος είναι να πούμε την άποψή μας για το νέο εθνικό παραγωγικό μοντέλο, να πούμε την άποψή μας γι’ αυτό που έχω τονίσει κατ’ επανάληψη, ότι οι ενδογενείς πόροι θα σώσουν την Ελλάδα.

Η γη θα σώσει την Ελλάδα για μια ακόμη φορά, η γη και οι άνθρωποι, γιατί αυτοί είναι οι ενδογενείς πόροι, αυτοί που δεν είναι δανεικοί, αυτοί που δεν έρχονται απέξω ,από τους εταίρους μας, αυτοί που υπάρχουν εδώ, στη γη μας, στον τόπο μας, στην ιστορία μας, στον πολιτισμό μας.

Έχω πει πολλές φορές ότι γη σημαίνει πολιτισμός και μνήμες, οικολογία, προστασία του περιβάλλοντος, αγροτική παραγωγή, ορυκτός πλούτος, εξωτερική πολιτική γιατί έχει τις θαλάσσιες ζώνες, την υφαλοκρηπίδα και την ΑΟΖ, γη είναι οι θάλασσες, γη είναι τα βουνά.

Η πατριδογνωσία με την παραδοσιακή αλλά και με τη σύγχρονη έννοια του όρου είναι η γη μας και η γη είναι που παράγει τους μεγάλους πόρους, από την πρωτογενή παραγωγή μέχρι τον ορυκτό πλούτο, από τα δίκτυα μέχρι την επικοινωνία, από τις υποδομές μέχρι τον πολιτισμό και τον τουρισμό.

Και βέβαια οι άνθρωποι, το διανοητικό κεφάλαιο, η εκπαίδευση, η επένδυση στην καινοτομία και την ανάπτυξη, οι νεοφυείς επιχειρήσεις, η στήριξη της νεανικής και της γυναικείας επιχειρηματικότητας, η επένδυση σε αυτό που είναι καινούριο και ελπιδοφόρο, που μπορεί να είναι μια επένδυση σποράς με λίγα κεφάλαια αλλά με πολύ μεγάλη απόδοση.

Δε θα ανακαλύψουμε την πυρίτιδα, τα προνομιακά πεδία της ελληνικής οικονομίας και του νέου παραγωγικού μοντέλου τα αναδεικνύει η ιστορία, τα αναδεικνύει η γεωγραφία, τα αναδεικνύει η φύση, ξέρουμε που πρέπει να επενδύσουμε, όλες οι μελέτες συγκλίνουν στην ανάδειξη των προνομιακών πεδίων του νέου εθνικού παραγωγικού μοντέλου.

Αλλά χρειάζεσαι μοχλούς, χρειάζεσαι προϋποθέσεις θεσμικές, κοινωνικές, προϋποθέσεις σε σχέση με τη νοοτροπία και την πρακτική και λέμε πάρα πολύ συχνά ότι ο μοχλός ο κύριος μοχλός είναι το κανονικό κράτος.

Ασχολούμαστε πολύ με την ανάγκη αλλαγής στο πολιτικό σύστημα, στη Δημόσια Διοίκηση, στην Τοπική Αυτοδιοίκηση, στις αντιλήψεις της γραφειοκρατίας, στην αξιολόγηση και την αξιοκρατία, στην ανάγκη να καθησυχαστούν οι εργαζόμενοι στον δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα και να δουλέψουν προς όφελος της πατρίδας, κάτι που το κάνουν με χαρά όταν έχουν τις προϋποθέσεις και τις εγγυήσεις.

Αλλά δεν αρκεί το κανονικό κράτος. Η Ελλάδα χρειάζεται κι έναν κανονικό ιδιωτικό τομέα, το πρόβλημα των κενών του ιδιωτικού τομέα είναι εξίσου μεγάλο με το πρόβλημα των διαρθρωτικών αλλαγών στο κράτος. Χρειαζόμαστε μια άλλη αντίληψη για τη λειτουργία της αγοράς, μια άλλη αντίληψη για την επιχειρηματικότητα.

Στον πιο κρίσιμο δείκτη που είναι ο δείκτης της καινοτομίας, η αντίδραση του δημόσιου τομέα είναι καλύτερη από την αντίδραση του ιδιωτικού, επενδύονται περισσότερα δημόσια κεφάλαια, υπάρχει μεγαλύτερη ευελιξία, μεγαλύτερη ετοιμότητα και αυτό σημαίνει πολλά.

Άρα χρειαζόμαστε ένα κανονικό κράτος, χρειαζόμαστε κι έναν κανονικό ιδιωτικό τομέα και επιπλέον χρειαζόμαστε μια κανονική κοινωνία των πολιτών, αυτό είναι η ιστορική μοίρα του τόπου.

Γιατί η αλήθεια είναι πως συγκροτήθηκε το ανεξάρτητο ελληνικό κράτος πριν συγκροτηθεί μια κοινωνία των πολιτών η οποία να έχει την αυτοσυνειδησία που απαιτείται, με βάση τους όρους του ευρωπαϊκού διαφωτισμού, που εισήχθη στην Ελλάδα με έναν εντυπωσιακό τρόπο αλλά χωρίς να έχει συγκροτηθεί μια ολοκληρωμένη αστική κοινωνία, μια κοινωνία των πολιτών.

Άρα τα χρειαζόμαστε όλα αυτά και πρέπει η προγραμματική μας πρόταση να αφορά όλα αυτά τα πεδία, το κανονικό κράτος, τον κανονικό ιδιωτικό τομέα και την κανονική κοινωνία των πολιτών. Κανονικό δεν είναι αυτό που ανάγεται στο παρελθόν, κανονικό δεν είναι το συντηρητικό, κανονικό είναι το μελλοντικό, το δυναμικό, μιλάμε για κάτι που είναι προοδευτικό κι όχι συντηρητικό, κάτι που είναι δίκαιο ,διαφανές και αποτελεσματικό.

Αλλά χρειαζόμαστε μεγάλους συνασπισμούς και μεγάλες συστρατεύσεις, χρειαζόμαστε τη βοήθεια της οικονομίας και τη βοήθεια της κοινωνίας, δεν αρκεί να κινούμαστε μόνον σε πολιτικό επίπεδο.

Το εθνικό σχέδιο ανασυγκρότησης

Και για να φτάσουμε στο νέο παραγωγικό μοντέλο, χρειαζόμαστε πρώτα ένα πιο επιχειρησιακό και συνεκτικό εθνικό σχέδιο ανασυγκρότησης, το οποίο έχει έναν ορίζοντα προσδιορισμένο μέσα από τη δύσκολη και πολυεπίπεδη διαπραγμάτευση με την Ευρώπη και τους άλλους διεθνείς μας εταίρους.

Κι αυτό το εθνικό σχέδιο ανασυγκρότησης περιέχει προφανείς στόχους:
Πρώτον είναι η διαφύλαξη της πολιτικής και θεσμικής σταθερότητας με αυτά που συνδέονται με τον πολιτικό ορίζοντα και το πολιτικό ρίσκο.
Δεύτερον, η ολοκλήρωση της διαπραγμάτευσης και το νέο θεσμικό πλαίσιο των σχέσεών μας με τους εταίρους, δηλαδή η έξοδος από το Μνημόνιο και την τρόικα και η ένταξη σε ένα θώρακα προστασίας με μια προληπτική πιστωτική γραμμή.
Το τρίτο είναι η διαφύλαξη της κοινωνικής συνοχής και η αποκατάσταση αδικιών με όλα όσα γίνονται σε σχέση με το κούρεμα του ιδιωτικού χρέους, με τα κόκκινα δάνεια, με τα στεγαστικά δάνεια, με το εγγυημένο εισόδημα, με τη μέριμνα για τους ανέργους, με τη μέριμνα για τις ευπαθείς ομάδες.
Το τέταρτο είναι οι χρηματοοικονομικές προϋποθέσεις. Ένα τραπεζικό σύστημα που στρέφεται προς την πραγματική οικονομία, την ανάπτυξη, τις επενδύσεις, την αξιοποίηση των πόρων του ΕΣΠΑ, την αξιοποίηση των ιδιωτικών κεφαλαίων.
Το πέμπτο είναι η ενίσχυση της επιχειρηματικότητας και των επενδυτικών ευκαιριών.
Και βέβαια το έκτο και οριζόντιο είναι να τα δούμε όλα αυτά από την οπτική γωνία της απασχόλησης. Και είχαμε την ευκαιρία το Μάιο του 2014 λίγο πριν τις ευρωεκλογές να παρουσιάσουμε στη Θεσσαλονίκη την πρότασή μας για την απασχόληση, που ευτυχώς είναι πιο συγκρατημένη και πιο συντηρητική από τις προτάσεις που διατυπώνουν πλέον έγκυροι οίκοι, οι διευθύνσεις μελετών των Τραπεζών για τα κοιτάσματα απασχόλησης που διαθέτει η ελληνική οικονομία. Γιατί εμείς μιλήσαμε για 640.000 θέσεις εργασίας τα επόμενα πέντε χρόνια, ενώ άλλοι μιλάνε για 750.000 ακόμη και παραπάνω θέσεις εργασίας.
Υπάρχει και ένας έβδομος στόχος με τον οποίο κλείνω, που είναι η διαφύλαξη της εθνικής ισχύος. Αυτό συνδέεται με την εξωτερική πολιτική και με την πολιτική ασφάλειας και άμυνας, υπό συνθήκες πρωτοφανούς πληθωρισμού κρίσεων και ανατολικά και νότια, υπό συνθήκες έντασης στο Κυπριακό. Κάνουμε μεγάλες προσπάθειες να κρατήσουμε ανοιχτά τα κανάλια επικοινωνίας, αλλά βεβαίως πάντα με εθνικά προτάγματα, πάντα με αυτονόητες κόκκινες γραμμές που αφορούν την υπόστασή μας, την εθνική κυριαρχία και τα εθνικά κυριαρχικά δικαιώματα στο πλαίσιο του διεθνούς Δικαίου.

Δεν είναι όλα αυτά αυτονόητα και όλα αυτά τελούν αυτή τη στιγμή και πάλι υπό την αίρεση της βούλησης του ελληνικού λαού. Ο ελληνικός λαός είναι αυτός που δημοκρατικά θα διαμορφώσει τη λύση. Αυτός που ουσιαστικά θα αποφασίσει αν θα έχουμε Πρόεδρο Δημοκρατίας και έναν καθαρό ορίζοντα 18 μηνών μέσα στους οποίους θα απογειωθεί η χώρα, γιατί θα έχουμε γεωμετρική εξέλιξη όλων των θετικών φαινομένων, ή αν θα πάμε σε εκλογές και εκεί πια, ο ίδιος ο λαός θα πει τι θέλει αναλαμβάνοντας την ευθύνη των επιλογών του, μέσα από τη σχέση δημοκρατίας και αλήθειας στην οποία αναφέρθηκα.

Είναι καταλυτική η σχέση αυτή. Εμείς υπερασπιζόμαστε τη δημοκρατία στο όνομα της αλήθειας και όλα αυτά στο όνομα του εθνικού συμφέροντος, δηλαδή στο όνομα της ευημερίας που θέλει ο ελληνικός λαός.

Σας ευχαριστώ πολύ.

Δεν υπάρχουν σχόλια: