Σιδηροπούλου Χρυσάνθη-Θούλη

Σιδηροπούλου Χρυσάνθη-Θούλη
«ΤΟ ΒΛΕΜΜΑ ΤΗΣ ΘΟΥΛΗΣ»: ΣΙΔΗΡΟΠΟΥΛΟΥ ΧΡΥΣΑΝΘΗ(ΘΟΥΛΗ), Sidiropoulou Thouli - Chrysanthi: Η δήλωσή μου στα ΜΜΕ την 14/1/2015 μετά την αντιδημοκρατική και ανθρωποφαγική πολιτική καρατόμηση μου κι ενώ χρίστηκα και ανακηρύχτηκα υποψήφια με κάθε προβλεπόμενη σύμφωνα με το Καταστατικό του ΠΑΣΟΚ και νόμιμη διαδικασία, από το ψηφοδέλτιο του ΠΑΣΟΚ Ημαθίας στις Εθνικές Εκλογές της 25ης Ιανουαρίου 2015, επί Προεδρίας Βενιζέλου, από τον Κουκουλόπουλο και τον "Ημαθιάρχη" Χρυσοχοΐδη,συνεπικουρούμενοι από τους διορισμένους φίλους και φίλες τους στην Νομαρχιακή Επιτροπή ΠΑΣΟΚ Ημαθίας και δυο πρώην Δημάρχους ΠΑΣΟΚ στον Δήμο Βέροιας._"Ανήκω στο Πανελλήνιο Σοσιαλιστικό Κίνημα που ίδρυσε ο Ανδρέας Παπανδρέου. Πορεύτηκα πάντα με το όραμα που μας ενέπνευσε, τις αρχές και τις αξίες που μας έδωσε και εν τέλει μας καθόρισαν, ο αείμνηστος Ηγέτης της Δημοκρατικής Παράταξης. Αποτιμώντας σαφέστατα, στο παρόν και το μέλλον, την στρατηγική του Ανδρέα Παπανδρέου, ως και την μοναδικά διατυπωμένη στρατηγική πρόταση για τον Κοινωνικό Μετασχηματισμό της Ελλάδας, τον Δημοκρατικό Σοσιαλισμό με Ανθρώπινο πρόσωπο και Ευρωπαϊκό Προσανατολισμό, στον Κόσμο των ανοιχτών συνόρων. Στην μακρόχρονη θητεία μου στα κορυφαία όργανα του κόμματος, εκλεγμένη πάντα από Συνέδρια και την λαϊκή βάση του Κινήματος, αγωνίστηκα με πάθος και ψυχή για τις ιδέες μου, συμπορευόμενη με τα μέλη και στελέχη του ΠΑΣΟΚ, με συμμάχους και αντιπάλους, με φίλους και εχθρούς. Κρατώντας πάντα στάση Κοινού Αγώνα. Με λάθη και παραλείψεις. Με δημιουργικές συνθέσεις. Αφήνοντας πίσω εσωστρέφειες, χαρακώματα και άγονες αντιπαραθέσεις. Οι «καθεστωτικές» συμπεριφορές και οι εγωκεντρικές μακαριότητες διαφόρων εκφάνσεων του «κυβερνητισμού» και των μονίμων οπαδών του είναι, πάντα, ιστορικά ανόητες και απαράδεκτες. Δεν μετέχω των «αχράντων μυστηρίων» ‘’ιδιοκτητών και ενοικιαστών’’, ‘’οικογενειοκρατούντων και οικογενειοκρατουμένων’’, ‘’Διευθυντηρίων και μυημένων’’, ‘’πρoθύμων και αρεστών’’, ‘’ Ημαθιαρχών και επίδοξων Προέδρων του ΠΑΣΟΚ της επόμενης μέρας’’, ‘’ελίτ και λαϊκιστών’’. Ανήκω στο ΠΑΣΟΚ που ιδρύθηκε για να υπηρετεί τον Λαό και την Πατρίδα. ΜΟΝΟΝ. Με δημοκρατικές διαδικασίες και λειτουργία. ΜΟΝΟΝ. Στο ΠΑΣΟΚ που ανήκει στον Δημοκρατικό Ελληνικό Λαό. ΜΟΝΟΝ. Στο ΠΑΣΟΚ του Ανδρέα Παπανδρέου έδωσα τον ‘’όρκο της νιότης και της ζωής’’ μου. ΜΟΝΟΝ.

Σάββατο, 16 Ιουλίου 2016

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΑΡΩΝΙΤΗΣ: Η ΓΕΩΜΕΤΡΙΑ ΜΙΑΣ ΖΩΗΣ - ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΟΝ ΓΙΑΝΝΗ ΠΑΠΑΘΕΟΔΩΡΟΥ


«Η ποίηση δεν είναι, όπως νομίζουν μερικοί, ανέξοδη: για να περάσει στην ψυχή μας, τρώει το κορμί μας. Σ’ αντάλλαγμα μας φανερώνει τις άδηλες αναλογίες του κόσμου – του σημερινού κόσμου, εννοώ. Μας οδηγεί μέσα από το αγεωμέτρητο χάος, στη γεωμετρία της ζωής, που είναι η αποφασισμένη μοίρα του
ανθρώπου».—Δ. Ν. Μαρωνίτης: Διονύσιος Σολωμός, Οι εποχές του Κρητικού, 1975—

Πληροφορηθήκαμε σήμερα το πρωί τον θάνατο του σπουδαίου φιλολόγου Δημήτρη Μαρωνίτη από τη λιτή, και για αυτό μάλλον σπαρακτική, ανακοίνωση της κόρης του Εριφύλλης Μαρωνίτη στο facebook: «Έφυγε ο Μπαμπάς μας Μίμης Μαρωνίτης». Μετά την αιφνίδια λύπη, η πρώτη μας σκέψη ήταν ότι ο Δημήτρης Μαρωνίτης υπήρξε με κάποιον τρόπο μπαμπάς (και ουδέποτε κηδεμόνας) για τη σκέψη, τη γλώσσα, τα γράμματα. Η δεύτερη ότι θέλουμε να ετοιμάσουμε ένα κατά το δυνατόν αντιπροσωπευτικό αφιέρωμα. Βάλαμε τα δυνατά μας — και αφήνουμε εκκρεμότητες. Θα επανέλθουμε, όπως ακριβώς θα επανερχόμαστε στη σκέψη και στις λέξεις του Μαρωνίτη, που έγραφε όταν αισθανόταν πως ανταποκρινόταν σε μια υποχρέωση του εαυτού του να γράψει, δήλωνε δάσκαλος και μαθητής, άνθρωπος αφοσιωμένος στη γραφή, την ανάγνωση και τη μετάφραση.

Εκτός από το έργο του καθαυτό, σημαντικό ήταν ότι υπήρξε, κατά τη διατύπωση του πανεπιστημιακού και συγγραφέα Νικόλα Σεβαστάκη, «δημόσιος διανοούμενος», «αριστερός δημοκράτης, της σχολής του μαχόμενου κριτικού νου». Εξέφραζε τη γνώμη του, σταθερά αρθρογραφώντας, δίχως να επιδιώκει να γίνεται αρεστός, κάθε άλλο.

Εν κατακλείδι, μια σκέψη που ορισμένως σύντομα θα αναπτυχθεί, εδώ, στο dim/art: Ο τρόπος αντιμετώπισης της γλώσσας (και δη της επιβαρημένης με τόσα και τέτοια στερεότυπα ελληνικής γλώσσας) δεν είναι μόνο υπόδειγμα αντιδογματισμού και δημοκρατικότητας και σεβασμού στη διαφορά· είναι εργαλείο για το πώς να ζήσει κανείς: με τη γνώση όχι βαρίδι που σε κρατά καθηλωμένο, αλλά μέσο που σε βοηθά να υπερβείς τους περιορισμούς των κανόνων μιας δειλής ύπαρξης.



Η κηδεία του Δ. Ν. Μαρωνίτη έγινε την Πέμπτη 14 Ιουλίου, στις 11 το πρωί, από το Α’ Νεκροταφείο της Αθήνας.

Το σημερινό αφιέρωμα περιλαμβάνει μια πρόσφατη συνέντευξη του Δ. Ν. Μαρωνίτη στον Γιάννη Παπαθεοδώρου για το περιοδικό Το δέντρο, ένα άρθρο της Μαρίας Τοπάλη για τον τρόπο ανάγνωσης και ερμηνείας της Οδύσσειας από τον Μαρωνίτη, ένα κείμενο του Γιώργου Ζεβελάκη για τον Μαρωνίτη ως συνεργάτη και εκδότη περιοδικών, έναν σύντομο αποχαιρετισμό του Σπύρου Λυκούδη, τη Μαύρη Γαλήνη(το διήγημα που ο Μαρωνίτης έγραψε κρυφά στην ΕΣΑ σε χαρτοπετσέτες και δημοσίευσε αργότερα στο περιοδικό Συνέχεια), άλλα κείμενα καθώς και αδημοσίευτες φωτογραφίες του κι ένα βιογραφικό του από το περιοδικό Εντευκτήριο.


16/11/1983, στο γραφείο του Τάκη Σινόπουλου
Αρχείο Ιδρύματος Τάκη Σινόπουλου
Έμμονες ιδέες

Ο Δημήτρης Μαρωνίτης μιλάει στον Γιάννη Παπαθεοδώρου. Η συνέντευξη δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Το δέντρο, τεύχος 205-206, Οκτώβριος 2015.
Παρελθόν και παρόν


ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΠΑΘΕΟΔΩΡΟΥ: Δεν δίνετε πολλές συνεντεύξεις. Είναι θέμα διάθεσης ή επιλογής; Τι είναι για εσάς ο αυτοβιογραφικός λόγος;

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΑΡΩΝΙΤΗΣ: Ας αρχίσω, κάπως ανορθόδοξα, ομολογώντας ότι η διάθεση και όχι μόνο η δική μου, τον τελευταίο καιρό είναι βαριά, για να μην πω σχεδόν ασήκωτη∙ στο βαθμό που τα πολιτικά, τα οικονομικά, τα εκπαιδευτικά, προσφάτως και τα «εθνολατρευτικά» μας ζητήματα, κινδυνεύουν να πιάσουν πάτο, αν δεν έχουν πιάσει κιόλας. Οπότε μια συνέντευξη, όσο καλοπροαίρετη και αν είναι, δεν μπορεί να μην επηρεάζεται από αυτή τη διάθεση. Θα προσπαθήσω όμως από την πλευρά μου να μην την επιβαρύνω πάρα πολύ.

Υπολογίζω ότι καθ’ οδόν, και από τον διάλογο που θα αναπτύξουμε, κάτι ωφέλιμο θα προκύπτει γι’ αυτή την περιλάλητη επικαιρότητα. Γιατί αυτά τα πράγματα που ζούμε δεν μπορούν παρά να αντιμετωπισθούν ιστορικά. Θα ήθελα όμως η συζήτηση αυτή να μην εκληφθεί ως ένα είδος αυτάρεσκης παρελθοντολογίας εκ μέρους μου. Θέλω να επιμείνω στο δικό μου και στο δικό σου παρόν, καθώς και στο απειλητικό μας μέλλον, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο. Η γενναιοδωρία του περιοδικού για το αφιέρωμα συνολικά αλλά και αυτή η συζήτηση δεν θα ήθελα να καταλήξει προσωποκεντρικά.

Γ.Π.: Νομίζω πως το αφιέρωμα του Δέντρου θα γίνει με το πνεύμα που περιγράφετε. Ας ξεκινήσουμε με την πρόσφατη τιμητική διάκρισή σας από την Πανελλήνια Ένωση Φιλολόγων, η οποία με έκανε να ξανασκεφθώ μια βασική ιδιότητά σας: την ιδιότητα του δασκάλου. Ακόμη θυμάμαι ένα παλιό κείμενο που είχατε γράψει στο Βήμα όταν αφυπηρετήσατε από το Πανεπιστήμιο και σταματήσατε «το δασκαλίκι». Θέλω να επιμείνουμε σε αυτή την ιδιότητα αλλά μέσα από τη διπλή εκδοχή της: τον δάσκαλο που διδάσκει αλλά και τον δάσκαλο που μαθητεύει.

Δ.Μ.: Ναι. Αυτή εξάλλου είναι και η δική μου έμμονη πράξη, πίστη και μέθοδος μιας ολόκληρης ζωής. Επομένως και εγώ θα έλεγα, επιμένοντας στον όρο «δασκαλίκι» που θα τον ορίσουμε αργότερα ακριβέστερα, ότι ως μοντέλο του έχει τον δάσκαλο που μαθητεύει —κατά περίπτωση ή και εξαρχής μέχρι τέλους— και τον μαθητή που καθ’ οδόν διδάσκει. Αυτή ήταν πάντα η μέθοδός μου και ο καημός μου, θα έλεγα. Γιατί και δίδασκα όσο ήμουν μέσα στην αίθουσα αλλά και τώρα, που δεν διδάσκω αλλά κυρίως γράφω, αυτή είναι η βασική μου τάση: ένα παρόμοιο «δασκαλίκι», με στόχο τον αμοιβαίο ακροαματικό λόγο.
Διδασκαλία και μαθητεία

Γ.Π.: Να θυμηθούμε τους δασκάλους που παίξανε κάποιο σημαντικό ρόλο στη ζωής σας. Ποιους έχετε ξεχωρίσει;

Δ. Μ.: Ήμουν μάλλον τυχερός με τους δασκάλους μου και με τα σχολικά περιβάλλοντα. Στο Δημοτικό φοίτησα σε ένα συνοικιακό αλλά πολύ συμπαθητικό σχολείο, από το ’36 και μετά. Είχα μια καταπληκτική δασκάλα, την κυρία Αργυρώ, γυναίκα με πολύ χιούμορ. Η μεγάλη τύχη προέκυψε όταν με την προτροπή ενός αριστερού δασκάλου προς τον πατέρα μου, έδωσα εξετάσεις και πέρασα στο Πειραματικό Θεσσαλονίκης. Η λειτουργία του μέσα στα χρόνια της Κατοχής ήταν άψογη. Η μοναδική γλώσσα διδασκαλίας ήταν η δημοτική. Εκεί συνάντησα δασκάλους, οι οποίοι με σφράγισαν. Θα αναφέρω δύο ονόματα φιλολόγων. Ο Γιώργος Μιχαλόπουλος ήταν καθηγητής μου στις πρώτες τάξεις και, παρά τις ανάγκες της ζωής εκείνης της εποχής, καλαμπούριζε μαζί μου. Καταπληκτικός δάσκαλος, ο οποίος έκανε ό,τι μπορούσε, μέσα στη μεγάλη πείνα. Σχεδόν με τάιζε. Ίσως από εκείνον «πήρα» και την αγάπη για τον Καβάφη. Σε ηλικία δώδεκα ετών, τον άκουγα να απαγγέλλει μέσα στην τάξη τα ποιήματα. Αλλά και από νεοελληνική πεζογραφία επέλεγε, παρακαλώ, το «Μπουρίνι» του Καραγάτση για να καταλήξει πολύ νωρίς στον Καρυωτάκη. Η τάξη άκουγε μαγεμένη την απαγγελία του «Μιχαλιού».

Ο δεύτερος δάσκαλος που με έκανε αυτό που είμαι —αν είμαι κάτι—, ήταν ο Κώστας Μπότσογλου από την Κατερίνη. Ένας πραγματικά σπουδαίος δάσκαλος. Αυτός, λοιπόν, έβαλε ένα ουσιαστικό στοίχημα: μέσα σε ένα χρόνο να με αναδείξει πρώτο μαθητή στην τάξη. Από εκεί και πέρα με παρακολούθησε μέχρι το τέλος. Ακόμα και στο Πανεπιστήμιο, ακόμα και όταν δίδασκα. Δεν θα ξεχάσω ποτέ το όνομά του.

Και με τους πανεπιστημιακούς δασκάλους της Φιλοσοφικής ήμουν τυχερός. Είναι πολλά τα ονόματα. Δεν μπορώ βέβαια να αποσιωπήσω τον Ιωάννη Κακριδή. Ήμουν βοηθός του. Αυτός με προώθησε μετά για υποτροφία στην Γερμανία. Ο Λίνος Πολίτης με σφράγισε στο Πανεπιστήμιο. Με έσωσε κυριολεκτικά στην περίοδο της δικτατορίας. Ντρέπομαι να τα ξαναλέω αυτά αλλά, αν είχε λείψει ο Πολίτης, το βιβλίο μου Αναζήτηση και νόστος του Οδυσσέα δεν θα είχε βγει ποτέ. Με εξεβίασε να το γράψω κάτω από τις δύσκολες εκείνες συνθήκες, στην περίοδο της δικτατορίας. Τυχερός ήμουνα και με τους καθηγητές που βρήκα στη Γερμανία, συγγενικούς προς τα ενδιαφέροντά μου, τόσο για την αρχαία ελληνική γραμματεία όσο και για τη μετάφραση. Δεν είναι τυχαίο, επίσης, ότι δύο δάσκαλοι μου ήταν και μεταφραστές.

Και ο Ιωάννης Κακριδής είχε μεταφράσει με τον Καζαντζάκη (κυρίως τα Ομηρικά έπη) και ο Βάλτερ Μαργκ, φανατικός μεταφραστής είχε μεταφράσει τον Ηρόδοτο, τον Ησίοδο και τους λυρικούς ποιητές υπέροχα. Αυτός κυρίως είχε επιμείνει στην μεταφραστική γραμμή, που επεξηγεί και τις δικές μου μεταφραστικές επιλογές έως τώρα: την εγκατάλειψη δηλαδή αυτού του παραδοσιακού και παλιομοδίτικου τρόπου, που νομίζουμε ότι τιμά περισσότερο τα αρχαία κείμενα και τη λογοτεχνία. Και εγώ με τη σειρά μου προσπάθησα να «συγχρονίσω», κατά κάποιο τρόπο τον τύπο της μετάφρασης των αρχαίων κειμένων. Επομένως, παράπονο από την άποψη των δασκάλων μου όχι απλώς δεν έχω αλλά αντίθετα στάθηκα πολύ τυχερός.

Γ. Π.: Υπάρχουν κάποιοι σταθμοί στην ακαδημαϊκή σας πορεία, που σημάδεψαν αυτή τη σχέση διδασκαλίας-μαθητείας ;

Δ.Μ.: Εάν θα ήθελα να δώσω δύο παραδείγματα δημιουργικά της δουλειάς μου αυτής θα ανέφερα ένα μικρό βιβλίο και ένα μάθημα. Το βιβλιάριο λέγεται Ο Καβάφης και οι νέοι ∙ ένα από τα καλύτερα πράγματα που βγήκαν από τα χέρια μου. Και το δεύτερο-ακούγεται σαν ανέκδοτο αλλά είμαι υπερήφανος πραγματικά που το επιχείρησα μια φορά αλλά επιτυχώς -είναι ένας άλλος τρόπος διδασκαλίας και εξέτασης ∙ όχι τυχαία με τον Αίαντα του Σοφοκλή. Είχα ένα σταθερό ακροατήριο 100 ανθρώπων. Καταφέραμε στο τέλος του εξαμήνου να διατρέξουμε όλον τον Αίαντα. Πρότεινα, – και συμφώνησαν αμέσως- να κάνουμε το εξής κόλπο, ευεργετικό για μένα και για εκείνους. Τους είπα : «θα έλθετε πρωί, γύρω στις οκτώ-οκτώμιση και θα αρχίσουμε. Θα συναποφασίσουμε ποια είναι τα κρισιμότερα θέματα, που θα θέλατε να συζητήσουμε. Θα τα μοιράσουμε σε δέκα ομάδες, θα κάνουμε ένα διάλειμμα δυο-δυόμιση ωρών, θα επιστρέψετε με μια ομαδική εισήγηση το απόγευμα. Θα με αφήσετε μια-μιάμιση ώρα να δω τα κείμενά σας, να τα κρίνω, να τα βαθμολογήσω και μετά θα πάμε να πιούμε τη ρετσίνα μας». (‘Οπερ και εγένετο). Είναι μια από τις ωραιότερες εμπειρίες που έχω ζήσει στα πανεπιστημιακά μου χρόνια Μια εμπειρία που δεν ξεχνώ.
Γραφή, ανάγνωση, μετάφραση

Γ. Π.: Νομίζω πως με την αναφορά σας στον Αίαντα, μπορούμε να ανοίξουμε το θέμα της μετάφρασης. Έχετε πολύ μακρά πορεία στην ενδογλωσσική μετάφραση. Πιστεύω επίσης ότι πίσω από τις μεταφραστικές επιλογές σας υπάρχει ένα ολόκληρο σχέδιο, μια ορισμένη στρατηγική προσέγγισης των κειμένων. Θα ήθελα να συζητήσουμε πάνω σε αυτή τη στρατηγική. Ξεκινάω με τη διαπίστωση ότι παρ’ ότι ο τύπος της μετάφρασης που έχετε επιλέξει, είναι ενδογλωσσικός (από την αρχαία στη νέα ελληνική) και μονόγλωσσος (αποκλειστικό πεδίο άσκησης είναι η ελληνική γλώσσα), κατά τη γνώμη μου εμφανίζει παράλληλα γνωρίσματα πολυφωνικά, με βασικό στοιχείο ύφους το διάλογο ανάμεσα σε γλώσσες, σε κείμενα, σε εποχές. Θυμάμαι πως όταν πρωτοδιάβασα τη μετάφραση της Νέκυιας είχα την αίσθηση ότι «άκουγα», χωνεμένες στο κείμενο, πολλές γνώριμες ποιητικές φωνές της νεοελληνικής γραμματείας.

Δ. Μ.: Με κολακεύεις. Το ιδεώδες είναι να πείθει η δουλειά εξ αντικειμένου. Είναι αυτό που ονομάζω ισοτιμία της μεταφραστικής γλώσσας με τη μεταφραζόμενη γλώσσα. Όσο περνούν τα χρόνια όλο και περισσότερο πιστεύω ότι η ισοτιμία αυτή είναι και ευκταία και δυνατή.

Γ. Π.: Νομίζω ότι αυτό δεν είναι μόνο το απόσταγμα μιας μεταφραστικής εμπειρίας αλλά και μια διαμορφωμένη συνολική στάση απέναντι στην αρχαιογνωσία. Ας θυμηθούμε όμως συνοπτικά τη μεταφραστική σας διαδρομή. Πώς ξεκινήσατε ; Και με ποια μέθοδο;

Δ. Μ.: Άρχισα από πολύ νωρίς να μεταφράζω. Η πρώτη μου δουλειά ήταν με τον Ηρόδοτο. Προχωρώ μετά σε μεταφράσεις λίγο πιο ευκαιριακές ή αποσπασματικές προτού να μπω στην περιπέτεια της μετάφρασης των ομηρικών επών. Ο Λίνος Πολίτης με παρακίνησε να μεταφράσω Οδύσσεια. Στη συνέχεια μεταφράζω Ησίοδο, περνάω στην τραγωδία, και τα λοιπά.

Θα μπορούσαμε στη συνέχεια να συζητήσουμε με βάση το πώς αντιλαμβάνομαι αυτό που ονομάζω γενεαλογία της μετάφρασης: στο πλαίσιο από δύο συνδυάσιμες τριάδες. Η μία είναι: γραφή, ανάγνωση, μετάφραση και η δεύτερη: φράση, μετάφραση, παράφραση.

Γ. Π.: Θα ήθελα να εξηγήσετε πως αντιλαμβάνεσθε αυτές τις έννοιες, ιδίως αν λάβει κανείς υπόψη του ότι στη χώρα μας τα αρχαία κείμενα έχουν περιβληθεί με ένα ιδιαίτερο συμβολικό κεφάλαιο αλλά και με αρκετά στερεότυπα μιας μάλλον λατρευτικής αρχαιοπληξίας. Δεν είναι, λοιπόν, κάπως προκλητική και αιρετική αυτή η στάση που προκρίνει την ισοτιμία του αρχαίου κειμένου με τη νεοελληνική μετάφραση;

Δ. Μ.: Είναι και τα δύο. Το θέμα είναι εάν ανταποκρίνεται μιας ορισμένη μέθοδος σ’ αυτό που πραγματικά συμβαίνει όταν έχουμε να αντιμετωπίσουμε δυο συγγενικές γλώσσες, (όπως είναι η αρχαία ελληνική και η νεοελληνική γλώσσα), που όμως έχουν και απόσταση μεταξύ τους. Για να δούμε όμως τι ρόλο παίζει η μετάφραση, θα ήθελα να σκεφτούμε εάν υπάρχει κάποια προϋπόθεση για τη σχέση της με τη γραφή, με την ανάγνωση, με την ίδια τη σκέψη. Θέλω να πω ότι ο μετασχηματισμός μιας σκέψης σε γλωσσική μορφή είναι ένα είδος μετάφρασης. Αυτό για μένα είναι πολύ σημαντικό προκειμένου να ορίσουμε τη σημασία της μετάφρασης.

Γ. Π.: Υπήρχε στη σκέψη σας κάποιο ανάλογο προηγούμενο πρότυπο από εργασίες άλλων φιλολόγων;

Δ. Μ.: Θα απαντήσω λίγο εγωιστικά. Από την πλευρά του Κακριδή, όχι. Εκείνος είχε μια διαφορετική αντίληψη. Από την πλευρά όμως του Μαργκ —εμπράκτως και λίγο θεωρητικά—, οδηγήθηκα προς τη σημερινή κατεύθυνση. Ο γερμανός καθηγητής μου ήταν ένας φιλόλογος που συνδύαζε σπουδές, γραφές και ενασχολήσεις με την αρχαία ελληνική αλλά και με τη νεότερη ευρωπαϊκή και τη νεότατη γερμανική λογοτεχνία. Ήταν θιασώτης της μετάφρασης με προσωπική ευαισθησία. Αλλά, για να γυρίσω σε αυτό που έλεγα προηγουμένως, κατάλαβα από νωρίς πως είναι αδύνατον να διανοηθεί κανείς τη γραφή χωρίς να πιστέψει, στο μεταξύ, ότι, θέλοντας και μη, σιωπηλά ή μη, μεταφράζει. Υπό αυτή την έννοια, η μετάφραση είναι όρος αναφαίρετος δίπλα στο δίπολο «γραφή και ανάγνωση», διατηρώντας παράλληλα τη δική της αυτονομία μέσα στην τριάδα : φράση, μετάφραση, παράφραση.
Φιλολογία και Λογοτεχνία

Γ. Π.: Σας βοήθησε στις μεταφραστικές επιλογές σας η επαφή με τη νεοελληνική λογοτεχνία;

Δ. Μ.: Όχι απλώς βοήθησε, αλλά θα έλεγα ότι θα ήταν αδιανόητη η μεταφραστική μου δοκιμή και δοκιμασία χωρίς αυτή. Προηγουμένως άλλωστε μίλησα για ισοτιμία, και θα ήθελα να εξηγήσω τι ακριβώς εννοώ. Εδώ βέβαια, η σύγκριση μεταξύ αρχαίας και νέας γλώσσας, μας βοηθάει πάρα πολύ. Ας φαντασθούμε την αρχαία ως μεταφραζόμενη και τη νέα ως μεταφραστική. Η αρχαία, καλώς ή κακώς, είναι μια γλώσσα που «κείται» σε κείμενα. Κατά κάποιο τρόπο, σε αντίθεση με τη νέα γλώσσα, η αρχαία έχει το υλικό της κατοχυρωμένο και εν πολλοίς ακίνητο και αμετακίνητο. Για να βγει όμως σε πέρας η μετάφραση πρέπει να υπάρξει ένα είδος συν-κίνησης των δύο αυτών γλωσσών. Πρέπει, δηλαδή, να κινηθούν και οι δύο από τη θέση τους. Όχι για να εγκαταλείψουν τα στοιχεία με τα οποία συστήνονται αλλά να οδηγηθούν σε ένα άλλο σημείο κρίσιμης επαφής, που θα ήταν κερδοφόρο και για τη μία και για την άλλη γλώσσα. Αν κανείς λοιπόν δεν θεωρήσει ότι είναι ισότιμα αυτά τα δύο μέσα, τότε ούτε τη μεταφραζόμενη γλώσσα θα την ευχαριστηθεί ποτέ, ούτε τη μεταφραστική θα την εξελίξει.

Έχουν προσέξει στις μεταφράσεις μου ότι δεν μεταφράζω με κλασικό τρόπο. Αυτό, λοιπόν, που γίνεται με τη συνάντηση και σύγκλιση των δύο γλωσσών είναι να αποκρυπτογραφήσω, να ακούσω τον ρυθμό, τις λέξεις, τις φράσεις, ενίοτε τους φθόγγους με την ίδια περίπου τακτική που αναπνέει κανείς, όταν προφέρει μια λέξη, ανάλογα με το τι λέει η λέξη και με τη διάθεση που την προφέρει. Πόσο καθυστερεί, πόσο κομπιάζει ή όχι. Αυτά τα σέβομαι αφάνταστα όταν μεταφράζω. Θέλω πρώτα να αποκαλύψω στον εαυτό μου αυτόν τον εσωτερικό ρυθμό. Αν θυσιάσει κανείς αυτή τη διαδικασία, αν δεν μπορεί να νιώσει τη ρύθμιση δηλαδή του ποιητικού λόγου, (όχι μόνο του ποιητικού λόγου αλλά εκεί τα πράγματα φαίνονται καλύτερα) έχει χάσει το παιχνίδι, και καλά θα κάνει να σταματήσει να μεταφράζει. Μπορεί να υπάρχουν άψογες μεταφράσεις υφολογικά, οι οποίες όμως να μην έχουν μεριμνήσει για να μη χαθεί τίποτα από τη ρυθμική συνάντηση των δύο γλωσσών, την ανταπόκριση. Εγώ αυτή την ανταπόκριση επιδιώκω.

Γ. Π.: Μιλήσατε πριν για την έννοια της ευχαρίστησης, της απόλαυσης αλλά και της ανταπόκρισης. Νομίζω ότι οι λέξεις παραπέμπουν σε ένα μεταίχμιο, ανάμεσα στην πανεπιστημιακή φιλολογία και στη λογοτεχνικότητα. Μιας και βρισκόμαστε ήδη στην περιοχή της γραφής, της ανάγνωσης και της μετάφρασης, θα ήθελα να ρωτήσω πώς αντιμετωπίσατε τη σχέση της λογοτεχνίας με τη φιλολογία; Είναι μια κρίσιμη συμμαχία ή μια σχέση αντιπαλότητας και έντασης;

Δ.Μ.: Ξέρεις οι λέξεις μάς εκδικούνται. Η λέξη φιλολογία είναι πιο αγαπητική από τη λέξη λογοτεχνία. Διαθέτει φιλότητα. Δείχνει μια αισθηματική σχέση με τον λόγο. Ο όρος λογοτεχνία είναι μάλλον τεχνοτροπικός και λιγότερο στραμμένος προς αυτή την κατεύθυνση: λιγότερο αισθηματικός και αισθησιακός από τον όρο φιλολογία. Οι ιδρυτές όμως της φιλολογίας, οι αλεξανδρινοί γραμματικοί, κάνουν και τα δύο : και φιλολογία και λογοτεχνία. Μεταφράζουν επίσης. Άρα δεν μπαίνει το δίλημμα: ή το ένα ή το άλλο. Ο Καλλίμαχος είναι ίσως το κορυφαίο παράδειγμα.

Από την άλλη, ίσως φταίει το εκπαιδευτικό μας σύστημα: η φιλολογία έχει δικαίως διαβληθεί ως σχολαστική μέθοδος προσέγγισης ενός κειμένου αρχαίου. Η φιλολογική μέθοδος έχει αντιδιασταλεί με τη μέθοδο που χρησιμοποιούμε όταν προσεγγίζουμε ένα σύγχρονο ή παλαιότερο κείμενο για να αναγνωρίσουμε τη λογοτεχνική του υφή, το ύφος, το ήθος του ή ο,τιδήποτε άλλο θα κατατάσσαμε στην κατηγορία της λογοτεχνίας. Επιμένω ότι είναι καλό να μην ξεχνάμε το εξής: όταν διαβάζουμε και προσλαμβάνουμε τη λογοτεχνία, υπάρχει πάντα ένας καθοριστικός συντελεστής τεχνοτροπικός. Αν δεν τον υπολογίσουμε, τότε διαβάζουμε και γράφουμε στον αέρα.

Γ. Π.: Έχετε πολλές φορές επιμείνει στην έννοια της κειμενοκεντρικής ανάγνωσης. Θα έλεγα πως στα γραπτά σας δίνετε ιδιαίτερο βάρος στο κείμενο.

Δ. Μ.: Θα μας πήγαινε μακριά η ανάλυση του θέματος αυτού. Να πω μόνο ότι ακολουθώ μια μέση οδό. Κειμενοκεντρικός είμαι, αλλά είμαι ταυτόχρονα και αντίπαλος μιας προσέγγισης που χρησιμοποιεί το κείμενο ως αφορμή και ως στόχο για να θεωρητικολογήσει περί του φαινομένου της λογοτεχνίας γενικότερα. Όχι ότι είναι άσκοπη αυτή η προσέγγιση. Μόνο που σε ορισμένες περιπτώσεις γίνεται αυτοσκοπός και στην πραγματικότητα αγνοείται το κείμενο. Επομένως το ερώτημα είναι εάν θεωρούμε πυρηνικό στοιχείο το ίδιο το κείμενο και αν από εκεί αντλούμε οποιαδήποτε θεώρηση και ερμηνεία. Είμαι φανατικός υποστηρικτής της άποψης ότι το επίμαχο κέντρο της ερμηνείας πρέπει να είναι το κείμενο καθαυτό.
Η δημόσια παρέμβαση

Γ. Π. : Επί σαράντα σχεδόν χρόνια ασκείτε μια εβδομαδιαία αρθρογραφία, η οποία βρίσκεται στα όρια του επιστημονικού και του δημοσιογραφικού λόγου, με θέματα επίκαιρα και μη. Αυτή η δοκιμιακή ενασχόληση, είναι ένα πάρεργο ή μια ανάγκη σας για μια διαρκή παρέμβαση στην επικαιρότητα;

Δ.Μ.: Το 1973, στην καρδιά της δικτατορίας, όταν ο Χρήστος Λαμπράκης άρχισε να ανανεώνει τους συνεργάτες της εφημερίδας, άρχισα να γράφω επιφυλλίδες στοΒήμα. Ήταν για μια δοκιμή και μια δοκιμασία, την οποία αν δεν μπορούσα να την αναλάβω δεν θα το έκανα. Ήθελα να ασκήσω μια μορφή λόγου με κείμενα επίκαιρα και πολιτικά, όχι φυγόκεντρα και «αναπαυτικά» Τα κείμενα της Ανεμόσκαλαςεξελίσσονταν άλλοτε ως επίμονη αναζήτηση του επικαιρικού στοιχείου και άλλοτε ως αντίσταση σε μια εύκολη επικαιρότητα. Για αυτό υπάρχει πάντα και η διαφυγή αυτών των δημοσιογραφικών κειμένων σε έναν υποτίθεται αλλότριο χώρο, που μπορεί να είναι καθαρά λογοτεχνικός ή πάντως θεωρητικότερος. Αυτό είναι που έως τώρα κυνηγώ και ως ένα σημείο το έχω εξελίξει. Μου «έχει αλλάξει τον αδόξαστο» αυτή η προσπάθεια και μπορώ να σου πω ότι ώρες-ώρες λέω ότι «δεν πάει άλλο». Να ομολογήσω ότι, για να γραφτεί ένα άρθρο, τρώω τουλάχιστον δύο ημέρες δουλεύοντας. Ακριβώς προς αυτή την κατεύθυνση, την επιλογή, δηλαδή του θέματος, κυρίως στα μη επικαιρικά κείμενα, δουλεύω ακόμα περισσότερο. Επομένως μού είναι οικείος και ξένος ο χώρος της επιφυλλίδας. Είναι μια άσκηση γραφής η οποία είναι υποχρεωτική ως προς την έκτασή της και επομένως ένα είδος γύμνασης και άλλης τάξεως πειθαρχίας του λόγου, της διάθεσης, της διαμαρτυρίας, της συμμαχίας, μαζί με όλα όσα μπορείς να κάνεις γράφοντας ένα δοκίμιο, που αφορά σε ένα αρχαίο κείμενο ή σε ένα σύγχρονο ελληνικό λογοτεχνικό έργο. Με συμβουλεύουν συχνά η γυναίκα μου και τα παιδιά μου να σταματήσω τα κείμενα αυτά, επειδή εξαιτίας της πίεσης που νιώθω έχει κλονισθεί η υγεία μου. Έχω πάρει εκατό φορές την απόφαση να τα αραιώσω ή να τα σταματήσω αλλά… την πατάω.

Γ.Π.: Αναφέρατε προηγουμένως την περίοδο της δικτατορίας. Θα ήθελα να κάνετε ένα μικρό σχόλιο για ένα ειδικότερο είδος γραφής, σε εκείνα τα δίσεκτα χρόνια: την «έγκλειστη» γραφή. Η Μαύρη γαλήνη σε μεγάλο βαθμό έχει προέλθει από μια εμπειρία εγκλεισμού. Τι σήμαινε για εσάς αυτό το είδος γραφής;

Δ. Μ.: Γράφω όταν αισθάνομαι ότι ανταποκρίνομαι σε μια υποχρέωση του εαυτού μου να γράψει. Οι περιπέτειες της δικτατορίας, που, όπως ξέρεις, έφθασαν σε ένα οριακό σημείο, ζητούσαν ένα άλλο είδος έκφρασης. Κείμενα σαν την Μαύρη γαλήνηπροέκυψαν μέσα από αυτό το ζόρι και το πείσμα. Η Μαύρη γαλήνη είναι «ενύπνιο κείμενο», που γράφεται μόνο του∙ σχεδόν καθ’ ύπνον. Γράφεται μάλιστα μέσα σε έναν ταραγμένο ύπνο. Έτσι απομνημονεύθηκε, έτσι πρωτοσημειώθηκε σε χαρτοπετσέτες, και έτσι πήρε τη μορφή του, όταν δημοσιεύθηκε στο τεύχος τηςΣυνέχειας. Αυτό το χούι έχει γίνει πλέον άλλος νταλκάς. Και με τα άλλα κείμενα συμβαίνει περίπου αυτό. Πολλές φορές σηκώνομαι από τον ύπνο για να σημειώσω διάφορα πράγματα, και πολλές φορές οι σημειώσεις αυτές, που προκύπτουν από μια κατάσταση ύπνωσης, εξελίσσονται σε κρίσιμα σημεία των κειμένων. Θα συμβούλευα τον τρόπο αυτό σε ανθρώπους που αγαπώ, όχι βέβαια ως βασανιστήριο —γιατί σε κάποιο βαθμό είναι βασανιστήριο— αλλά ως τρόπο άντλησης μιας απρόβλεπτης ενέργειας του μυαλού μας∙ μιας ενέργειας που αν τη διαχωρίσουμε από το εγωιστικό μας μέρος, μπορούμε να τη χαρακτηρίσουμε δωρεά.


16/11/1983, με τη Μαρία Σινοπούλου
Αρχείο Ιδρύματος Τάκη Σινόπουλου
Φίλοι που φεύγουν

Γ. Π.: Μιας και αναφερθήκατε συμβουλευτικά στους ανθρώπους που αγαπάτε, θα ήθελα να μιλήσουμε για το θέμα της φιλίας και φιλότητας προς τους άλλους. Να μιλήσουμε για τους φίλους που έφυγαν και για αυτούς που είναι ακόμα εδώ, ανάμεσά μας.

Δ. Μ.: Νόμιζα ότι η λέξη φιλότητα, που έχει ανέβει στο κεφάλι μου και πυκνώνει τα τελευταία χρόνια, είναι νεοελληνική λέξη αλλά ανακαλύπτοντας ότι είναι ομηρική με έπιασαν τα κλάματα. Συνδέεται άμεσα με πολλές συναισθηματικές αποχρώσεις. Ξέρεις, δεν μου λείπει ο ερωτισμός, με βασανίζει ακόμη και τώρα. Με βασάνιζε περισσότερο στα προεφηβικά, στα νεανικά χρόνια αλλά και στα ώριμα. Δεν κάνω, λοιπόν, διάκριση ανάμεσα στην φιλότητα και σε αυτό που λέμε έρωτα. Η φιλότητα μάς συνδέει με τον εαυτό μας και τους ανθρώπους γύρω μας με τέτοιο τρόπο, που, όταν οι άνθρωποι «αναχωρούν», το ίζημα φιλότητας που αφήνουν μέσα μου είναι πραγματικά ανεξίτηλο. Ήμουν τυχερός και άτυχος στο θέμα αυτό. Συνέπεσε να περάσουν από τη ζωή μου τρεις-τέσσερις άνθρωποι, φίλοι που χάθηκαν στο μεταξύ. Αυτοί οι άνθρωποι μού μετέδωσαν στο μεταξύ την φιλότητα, τους θεωρώ υποδείγματα και νιώθω ευγνωμοσύνη μέχρι σήμερα. Ένας αξέχαστος φίλος, αγωγός φιλότητας, —ίσως ο γνησιότερος που γνώρισα στη ζωή μου—, ήταν ο Παύλος Ζάννας. Δεν είχα καταλάβει ποτέ πόσο με αγαπούσε παρά μονάχα όταν διάβασα τα ημερολόγιά του. Αλλά, για να επανέλθω στον Λίνο Πολίτη, η αμοιβαία σχέση μας ήταν κι αυτή μια σχέση πολύτιμης φιλότητας. Από εκεί και πέρα υπήρξαν και άλλοι φίλοι. Σε κάποιες περιπτώσεις των σχέσεων μεταξύ μας, ήλθε και έφυγε αυτή η φιλότητα. Δεν ντρέπομαι να πω για τον Μανόλη Αναγνωστάκη ότι η φιλότητα μεταξύ μας ήλθε, εξελίχθηκε και αποχώρησε. Η φιλότητα όμως που αισθάνθηκα με τον Άρη Αλεξάνδρου ή με τον Τάκη Σινόπουλο είναι ανεξίτηλη μέσα μου και ανυποχώρητη.

Γ. Π.: Εκτός από φιλίες γνωρίσατε και διαμάχες και έριδες. Θα μπορούσατε να μού πείτε ποιες από αυτές ήταν πιθανόν παραγωγικές για τη δική σας σκέψη, ιδίως τώρα που υπάρχει η απόσταση του χρόνου;

Δ. Μ.: Υπήρξαν έριδες και υπάρχουν. Και δεν μιλάμε για έριδες οι οποίες συνέβησαν μόνο στο δημόσιο χώρο. Δεν μιλάμε γι’ αυτήν με τον Μπαμπινιώτη, την οποία και υπερασπίζομαι μέχρι κεραίας έως σήμερα. (Αναγνωρίζει εξάλλου και ο Μπαμπινιώτης ότι ήταν και γι’ αυτόν ωφέλιμη.) Αλλά μιλώ και για άλλες διαφωνίες με ανθρώπους που γράφουν. Τις συντηρώ μέσα μου αυτές τις διαφωνίες, γιατί, χωρίς αυτό να μειώνει την ουσιαστική προσφορά τους, αισθάνομαι ότι δεν πρέπει να γεφυρώσω μια απόσταση που δεν είναι δική μου. Δεν επιθυμώ να ταυτισθώ με ένα τρόπο σκέψης, αίσθησης, γραφής και ανταπόκρισης που δεν είναι δικός μου.
Γερνώντας

Γ. Π.: Διάβασα πρόσφατα στο Βήμα μια σειρά άρθρων σας για το «γέρας» και το «γήρας». Υπάρχει κάτι σε αυτό το ζεύγος που παραπέμπει σε μια ηλικιακή μοναξιά;

Δ.Μ. Και τα δύο χρειάζονται πλαγιοσκόπηση και όχι μετωπική αντιμετώπιση. Όταν βγήκε το πρώτο στην επιφάνεια, αναρωτήθηκα: σε ποια φάση της ζωής μου βρίσκομαι; Τι με περιμένει και τι περιμένω και εγώ; Όταν φθάνεις στα 86, όπως εγώ, και ας μην μου φαίνεται πολύ, έχεις ένα δίλημμα: τι ακριβώς θα ήθελες ; Να ξεκουραστεί το μυαλό από μόνο του, να χαλαρώσεις και εσύ ή να το αφήσεις να δουλεύει κάποτε με ταχύτητες απαγορευτικές και εξοντωτικές; Συμβαίνει, λοιπόν, το δεύτερο και δεν λέει το άτιμο το μυαλό να ηρεμήσει, να ησυχάσει. Αυτό νιώθω ότι είναι το γέρας του γήρατός μου και θα θέλω να συστήσω σε όσους καλούς φίλους μου έχουν απομείνει να κάνουν υπομονή ∙ μπορεί να τους συναντήσει το γέρας αυτό.

Καλό είναι μάλιστα να το ψάχνει κανείς στη λογοτεχνία. Ο Σεφέρης —για τον οποίο έχω να πω ότι όσο περνάει ο καιρός παγιώνεται ως ο σπουδαιότερος ποιητής μας—, σε αυτή την αναζήτηση ήταν ικανότατος. Η συνάντησή μας μέσα στη δικτατορία ήταν για μένα μια μεγάλη αποκάλυψη. Έχω την εντύπωση συμπεριφέρονταν από πολύ νωρίς γεροντικά. Θυμηθείτε το ποίημα Ένας γέροντας στην ακροποταμιά. Ο Σεφέρης ήταν ένας άνθρωπος που συνομιλούσε με το γήρας. Από πολύ νωρίς κατάλαβε μάλιστα ότι πρέπει να συνομιλεί με τους νεκρούς. Τα δύο αυτά πράγματα φαίνεται ότι πάνε μαζί. Πιστεύω ότι αποτελούν άξονες στην ποίηση του Σεφέρη. Φαίνεται ότι και εγώ, ως καλός μαθητής, εδώ που έφθασα τώρα, προσπαθώ να συνδυάσω, ενίοτε ειρωνικά, το γέρας με το γήρας μου.
Τα σήματα του τόπου

Γ. Π. : Μέσα σε αυτή την πολύ πλούσια ζωή υπήρχε μια κεντρική αλλαγή, που σας έδωσε την ευκαιρία να ζήσετε σε δύο πόλεις: τη Θεσσαλονίκη και την Αθήνα. Θα ήθελα να κλείσουμε τη συνέντευξη με ένα σχόλιό σας για αυτές τις δύο πόλεις, αλλά και την παρουσία άλλων τόπων μέσα στη διαδρομή της ζωής, με άξονα πάντα την οικογένεια.

Δ. Μ.: Μέσα στο μυαλό μου έχω τέσσερα τέτοια σήματα: το ένα είναι η Μικρά Ασία και τα περίχωρα της Σμύρνης από όπου καταγόταν η μάνα μου. Παντελώς αγράμματη γυναίκα και υπέροχος άνθρωπος. Με ένα τεράστιο δυναμισμό. Αυτή μας ξελάσπωνε στις δύσκολες ώρες. Να σκεφτείς ότι άργησα να επισκεφτώ την Μικρά Ασία γιατί αντιστεκόμουν σε αυτές τις δύσκολες μνήμες. Μελαχρινή ήταν ή μάνα μου όπως κι εγώ. Η δεύτερη πατρίδα προέκυψε εξαιτίας του ονόματος. Μαρωνίτης ήταν ο πατέρας μου. Με συγκίνησε πολύ ο τόπος αυτός. Ο πατέρας μου ήταν κατάξανθος, και γερνώντας έγινε κάτασπρος. Τώρα τελευταία αρχίζω να του μοιάζω. Οι σχέσεις μας δεν ήσαν ακριβώς σχέσεις επαφής. Η συνάντησή μας έγινε όταν άρχισαν να μπαίνουν βιβλία στο σπίτι. Όταν ερχόταν από το καπνεργοστάσιο άρπαζε ένα βιβλίο, καθόταν σε ένα μπαούλο και ξαγρυπνούσε πολλές φορές διαβάζοντας Ο΄Νηλ, Σαίξπηρ κ.ά. Έμεινε μέχρι το τέλος σε απόσταση απέναντί μου. Έμεινα και εγώ δυστυχώς μακριά του. Δεν ξέρω αν τον αγάπησα και αν με αγάπησε και εκείνος. Πέθανε άσχημα. Χρωστάω μεγάλη ευγνωμοσύνη στις δύο πατρίδες και στους δύο αυτούς ανθρώπους.

Στη Θεσσαλονίκη, γεννήθηκα, μεγάλωσα και παντρεύτηκα έναν πολύτιμο άνθρωπο. Εκεί γεννήθηκαν και οι δύο κόρες μου, η μία ωραιότερη από την άλλη. Ένα φεγγάρι την αγάπησα πολύ τη Θεσσαλονίκη, τον τελευταίο καιρό όλο και λιγότερο νιώθω την ανάγκη να την επισκεφθώ και να κυκλοφορήσω στους δρόμους της, όπως έκανα παλαιότερα. Αλλά εξακολουθώ να την αποκαλώ γενέθλια πόλη. Κι όταν μιλάω γι’ αυτήν εννοώ την Άνω Πόλη, από Αγίου Δημητρίου και πάνω. Εκεί πέρασα τα παιδικά, τα κατοχικά, τα δύσκολα χρόνια, με το Πανεπιστήμιο, με την Ευαγγελίστρια, με το νεκροταφείο. Εκεί συνδέθηκα με τον Μανόλη Αναγνωστάκη και πολλούς άλλους ανθρώπους.

Στην Αθήνα εγκαταστάθηκα κανονικά το 2001. Είχα την τύχη να μείνω στο σπίτι των γονέων της Ανθής και του αδελφού της Άκη. Μου αρέσει η Αθήνα, οι γωνιές της. Μου αρέσει πολύ το Παγκράτι, με την πλατεία που εθεωρείτο μυθική παλιά, με τα σινεμά του. Βλέπεις, είμαι φανατικός της μεγάλης οθόνης. Και επειδή είναι μια πόλη που δεν είναι δική μου, δεν νιώθω και εγώ πολύ δικός της. Είναι όμως λιγότερο βασανιστική απ’ ό,τι η Θεσσαλονίκη. Την αγάπησα τη Θεσσαλονίκη. Αλλά με βασάνισε αρκετά. Και ακόμα με βασανίζει.

Γ. Π. : Μιλήσαμε για πολλά αλλά νομίζω πως αφήσαμε διάφορες εκκρεμότητες. Πρέπει να συνεχίσουμε τη συζήτηση μια άλλη φορά.

Δ. Μ. : Θα τα ξαναπούμε. Για την ώρα, ας καταγραφούν αυτές οι έμμονες ιδέες.

* * *


Ό, τι πήρε ο Χάρος

—Δ. Ν. Μαρωνίτης—

[…] Στην Τροία σημείωσα στο Ημεροδρόμιό μου:

Με ή χωρίς φίλους; Με ή χωρίς έντυπο οδηγό; Με ή χωρίς υποβολιμιαία συγκίνηση; Τα ερείπια ή το τοπίο; Μήπως πριν και πάνω από όλα η ώρα του χρυσού δειλινού;

Έφυγε ο Όμηρος, οι Έλληνες και οι Τρώες. Έμεινε η πεδιάδα του Σκάμανδρου χωρίς τον Σκάμανδρο. Ούτε ένας στίχος δεν έρχεται στον νου. Ο ποιητής ένα κενό. Ο τόπος έρημος και ήρεμος. Ψάχνω για τη σκηνή του Αίαντα, όπου αποσύρθηκε τρελός, έχοντας σφάξει πρόβατα αντί για άσπονδους φίλους. Πού να ‘ναι η λόχμη όπου έμπηξε τη λόγχη του και σφαγιάστηκε μονάχος, ενώ τον γύρευαν η Τέκμησσα κι ο Τεύκρος; Το κακό με τους έντυπους οδηγούς είναι όταν σου λένε να ψάξεις δεξιά, για να αναγνωρίσεις κάτι, κι εσύ το ανακαλύπτεις αριστερά σου. Θα μπορούσες βέβαια να κάνεις μεταβολή, κι όλα να βρεθούν στη σωστή τους θέση. Κι όμως επιμένεις, ώστπου γίνεσαι ένα μάτσο νεύρα. Την άλλη φορά, λοιπόν, χωρίς διαγράμματα και χάρτες· ό,τι πάρει το μάτι μας από ό,τι πήρε ο Χάρος.

[…]

Το Βήμα της Κυριακής, 29/4/1990 — αναδημοσιευμένο στο βιβλίο: Δ. Ν. Μαρωνίτης, Ημεροδρόμιο, Εκδόσεις Εντευκτηρίου, Θεσσαλονίκη 1999.

* * *


Ώρες πνευματικής ευφορίας

—του Σπύρου Λυκούδη—

Πόσο περήφανοι ήμαστε όλοι στα πρώτα μεταδικτατορικά χρόνια, στα χρόνια της τιτάνιας προσπάθειας του ανανεωτικού ρεύματος της Αριστεράς να μπολιάσει την κοινωνία με νέες ιδέες, που βρισκόταν δίπλα μας ο Δ. Μαρωνίτης, αυτός ο σπουδαίος Έλληνας, ο κορυφαίος δάσκαλος.

Τι αξέχαστες ώρες πνευματικής ευφορίας για εμάς τους νέους τότε, να τον ακούμε να μιλάει στις συντροφιές μαζί με τον Μανόλη Αναγνωστάκη, τον Τίτο Πατρίκιο, τον Σπύρο Τσακνιά και τόσους άλλους.

Πόσο πιο φτωχοί είμαστε σήμερα.

* * *



16/11/1983, στο γραφείο του Τάκη Σινόπουλου
Αρχείο Ιδρύματος Τάκη Σινόπουλου
Ο Δ. Ν. Μαρωνίτης συνεργάτης και εκδότης περιοδικών

—του Γιώργου Ζεβελάκη—

Η πρώτη μου γνωριμία με την κριτική σκέψη του Δ. Ν. Μαρωνίτη έγινε μέσα από τις σελίδες του περιοδικού Κριτική, που εξέδιδε ο Μανόλης Αναγνωστάκης στη Θεσσαλονίκη τη δεκαετία του ’60. Στο τελευταίο του τεύχος 17/18 (1961), δημοσίευσε (σελίδες 182-195) τη μελέτη «Η αντίληψη του τραγικού στον Καζαντζάκη», με αφορμή το έργο του Η Μέλισσα. Με σύγχρονη ερευνητική μέθοδο, χωρίς γενικότητες και σχολαστικισμούς, συμπεραίνει ότι η προσωπική φιλοσοφία του διάσημου συγγραφέα δεν είναι ουσιαστικά τραγική αλλά στη βάση του τραγικού βρίσκεται το «πάθος», και ότι το έργο υστερεί δραματουργικά. Τολμηρή αμφισβήτηση για ένα νέο τότε φιλόλογο.



Τον Δ. Ν. Μαρωνίτη είδα αργότερα όχι απλώς συνεργάτη αλλά εκδότη, μαζί με άλλους, αξιόλογων λογοτεχνικών περιοδικών. Το 1964, στην Περιοδική Έκδοση του Συλλόγου Αποφοίτων της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης Φιλόλογος. Στο πρώτο του τεύχος ήταν υπεύθυνος της προσωρινής συντακτικής επιτροπής και στο δεύτερο, (Σεπτέμβριος 1964) δημοσίευσε άρθρο που το θέμα του δεν έπαψε ποτέ να απασχολεί τον κόσμο της εκπαίδευσης: «Οι αρχαίοι από μεταφράσεις».



Στα θαρραλέα αντιδικτατορικά Δεκαοκτώ Κείμενα, τον Ιούλιο του 1970, στα οποία ήταν και συνυπεύθυνος της έκδοσης , με το άρθρο του «Υπεροψία και Μέθη» (σσ.135-142), απ’ αφορμή τον «Δαρείο» του Κ. Π. Καβάφη, εναντιωνόταν στην αυταρχική εξουσία.



Η συμμετοχή του στην έκδοση της Συνέχειας, του ποιοτικά αρτιότερου λογοτεχνικού εντύπου της επταετίας, με ενεργό αντίθεση στους κρατούντες, είχε άδοξο τέλος: ενώ ετοιμαζόταν το 2ο τεύχος, ο Δ. Ν. Μαρωνίτης συνελήφθη στις 10 Απριλίου 1973 και βασανίστηκε στην ΕΣΑ. H Συνέχεια αντιδρώντας σχολίασε το γεγονός και κυκλοφόρησε αφήνοντας κενό το χώρο που θα δημοσιευόταν το τακτικό σημείωμα του συλληφθέντος.





Οι εικόνες προέρχονται από το Αρχείο του Γιώργου Ζεβελάκη

* * *


Ένα νέο οδυσσειακό κάτοπτρο για ενήδονες αναγνώσεις (και ακροάσεις)

—της Μαρίας Τοπάλη—

Ένας καλός εκδότης, που έφυγε πρόωρα από τη ζωή, μου μετέφερε αυτό που του είχε άλλοτε εκμυστηρευτεί ένας από τους καλύτερους κριτικούς λογοτεχνίας και καλός χαμηλόφωνος ποιητής- πρόωρα κι αυτός χαμένος. Ο τελευταίος, απηυδισμένος από τη δυσανεξία της λογοτεχνικής μας πιάτσας σε οποιαδήποτε αρνητική κριτική, φέρεται να είχε πει στον εκδότη περίπου τα εξής: «Όταν ένα βιβλίο δε μου αρέσει, το αφήνω παράμερα και δεν ασχολούμαι. Γράφω πια μόνον για τα βιβλία που με κερδίζουν». Στάση οπωσδήποτε δικαιολογημένη, ακόμη κι αν δεν τη συμμερίζεται κανείς, αποδίδει πάντως μεγάλη σημασία στην «πιάτσα», που λέγαμε πριν. Δε μας λέει πολλά πράγματα για τη σχέση του γράφοντος (κριτικού) με το πόνημά του: ποια κριτική δηλαδή, η «αρνητική» ή η «θετική» χαρίζει μεγαλύτερη ικανοποίηση στον αυτουργό της. Δεν θα είναι, νομίζω, ολότελα αβάσιμο να ισχυριστώ ότι μια «ενδιάμεση» κριτική, όπου έχει κανείς να επισημάνει πολλά θετικά και λίγα αρνητικά, ή κάμποσα αρνητικά αλλά και μερικές θετικές πλευρές είναι πάντοτε μια ευχάριστη πνευματική και αισθητική άσκηση. Όσο για τα βιβλία που φαίνονται εντελώς ανάξια λόγου, για αυτά αποφεύγει συνήθως να γράψει κανείς, ώστε να μην αθροίσει κι άλλο χαμένο χρόνο σε κείνον που έχει ήδη απολεσθεί κατά την ανάγνωσή τους — εκτός βέβαια κι αν ανήκει στους οργίλους και τους πικρόχολους, που τους τρέφει ο καυγάς. Τι γίνεται όμως με τα βιβλία εκείνα που όχι απλώς μας κερδίζουν αλλά και μας γοητεύουν; Δεν υπάρχει τίποτε πιο άχαρο —και λιγότερο πειστικό, εδώ που τα λέμε!— από ένα «κριτικό» κείμενο που δε δικαιώνει ούτε προσχηματικά τον κριτικό του χαρακτήρα, γιατί το μόνο που κάνει είναι να εκθέτει περισσότερο ή λιγότερο άτσαλα την ευφορία που ο γράφων αποκόμισε από την ανάγνωση.

Θα αντέστρεφα λοιπόν, εν μέρει τουλάχιστον, την πιο πάνω ρήση του Σπύρου Τσακνιά, που μου μεταφέρθηκε δια στόματος Γιάννη Δουβίτσα: καλύτερα να αποφεύγουμε τα «κριτικά σημειώματα» για τα βιβλία που μας έκαναν να τα αγαπήσουμε πολύ. Κι αν είναι ανάγκη να γράψουμε γι’ αυτά, ας επιλέγουμε τότε άλλη μορφή κειμένου. Εξ ου και το παρόν πόνημα σχετικά με την περιπέτεια της ανάγνωσης των Επιλεγόμενων[1] του Δημήτρη Μαρωνίτη στη μετάφραση τηςΟδύσσειας φιλοξενείται στις «Διαθέσεις» και όχι στη στήλη της κριτικής. Αυτό βοηθάει και για έναν παραπάνω λόγο: συγκεκριμένα, «νομιμοποιεί» τη συζήτηση ενός τέτοιου βιβλίου από κάποιαν που ελέγχεται ως επιεικώς αδαής ως προς τα αρχαία ελληνικά γράμματα. Μετά την εκτενή αλλά απαραίτητη, προκειμένου να ελαφρύνει κάπως ο στίβος και το χέρι, εισαγωγή, θα προχωρήσω στην αποτύπωση εντυπώσεων, που η ανάγνωση των Επιλεγόμενων —που όδευσε βεβαίως παράλληλα με άλλη μια ανάγνωση της μεταφρασμένης από τον ΜαρωνίτηΟδύσσειας— μου προξένησε.

Επιλεγόμενα στην Οδύσσεια είναι ανώδυνος (μάλλον οδυσσειακά παραπλανητικός) σε σχέση με το περιεχόμενο του βιβλίου τίτλος. Παραπέμπει σε σχόλια εδώ κι εκεί και σε παραλειπόμενα μιας μεταφραστικής εργασίας που συντελέστηκε. Δεν προϊδεάζει καθόλου γι’ αυτό που όντως είναι: μια σφιχτά πλεγμένη αναδιήγηση του έπους-μήτρα, έτσι όπως τη βλέπει και τη θέλει και την ευχαριστιέται ο Μαρωνίτης. Μια αναδιήγηση σημασμένη από τους πυκνούς κόμβους της δικής του ματιάς, που εφεξής στιγματίζει την πρόσληψη της Οδύσσειας εκ μέρους του αναγνώστη. Αν, θέλω να πω, ο Μαρωνίτης ως μεταφραστής μας υποχρεώνει μια φορά να διαβάσουμε τη δική του Οδύσσεια, ο Μαρωνίτης τωνΕπιλεγόμενων ολοκληρώνει το έργο τούτο, υφαίνοντας ακαταμάχητο ερμηνευτικό ιστό. Με λόγο που στα Επιλεγόμενα φτάνει σε επίπεδα υψηλής απόσταξης αλλά και με σκηνοθετική μαεστρία ο Μαρωνίτης δημιουργεί το σύμπαν της δικής του Οδύσσειας και μας κλείνει μέσα σε αυτό.

Όσο μπορώ να διακρίνω, τούτο το σύμπαν οικοδομείται γύρω από τη βασική ιδέα ενός πρώιμα νεωτερικού ήρωα, του Οδυσσέα, άλλοτε αντιφατικού και καταθλιπτικού, άλλοτε γενναίου και ωραίου, κάποτε υπέρ το δέον αλαζονικού και ξεροκέφαλου, λιγότερο φιλέταιρου και περισσότερο περίεργου από όσο θα ταίριαζε σε μια θεμελιοκρατική περί ηθικής αντίληψη, πολιτικού και αναστοχαστικού, κινηματογραφικά γοητευτικού αλλά και ανακουφιστικά υποκείμενου στους Θεούς και τις Μοίρες. Πάνω από όλα όμως ενός Οδυσσέα που συχνά ταυτίζεται με τον ποιητή της Οδύσσειας, φορά τη μάσκα του, μιλά με τη φωνή του, τον σχολιάζει και σχολιάζεται από αυτόν. Πίσω από τον Οδυσσέα του Μαρωνίτη νιώθουμε τον ποιητή να πάσχει, να κινδυνεύει, να αλλοιώνεται, να αμφιβάλλει, να βουτά στα σκοτεινά νερά μιας αφήγησης που δεν του κάνει τη χάρη να τελειώσει οριστικά, παρά καταλήγει με μιαν εκκρεμότητα και με το αμυδρό φως μιας υπόσχεσης στον ορίζοντα. Κάτοπτρο στο κάτοπτρο λοιπόν, σε μια ιστορία χωρίς τέλος, όπου ο αναγνώστης κατοπτρίζεται κι αυτός: γίνεται συνδαιτυμόνας στο τραπέζι των Φαιάκων, των φιλόξενων μα και κάπως απόκοσμων μέσα στον εξωτισμό τους, ακούγοντας τον ποιητή να μιλά πότε με τη φωνή του αοιδού και πότε με εκείνην του Οδυσσέα· γίνεται μνηστήρας και δούλη και βοσκός στην Ιθάκη, γίνεται μόλις και μετά βίας επώνυμη ψυχή στον Άδη, σύντροφος που σπαρταρά σαν ψάρι, καμακωμένος απ’ τους Λαιστρυγόνες. Ξανά και ξανά, εξάλλου, από την αρχή μέχρι το τέλος, ο Μαρωνίτης επιμένει στον μεταηρωικό και «κατά κάποιον τρόπο ειρωνικό» χαρακτήρα της Οδύσσειας. Αποστρέφει το πρόσωπο από μιαν ανάγνωσή της «ως μονοσήμαντα αισιόδοξου έπους με ρομαντικό happy end», διασώζοντάς την με μια μαλακή προσάραξη στα αβαθή του μετανεωτερικού κυνισμού των ημερών μας.

Ο χώρος, πάλι, και τα πράγματα, εγγράφονται διαυγή και ανεξίτηλα, θα αποτολμούσα να πω σαν τις εικόνες ενός κόμικ του Druillet – αφού «Η Οδύσσεια…επιμένει πολύ στον εμπράγματο χώρο της…- όχι ακριβώς περιγράφοντας, όσο δείχνοντας.» Τούτο το «δείχνοντας» φέρνει, βεβαίως, στο νου τον Ρίλκε που, σταΕλεγεία, καλεί τον ποιητή να μη σφετεριστεί τον υπερβατικό χώρο αλλά να δείξειστον Άγγελο τα πράγματα –όχι τη φύση, μα τα ανθρώπινα δημιουργήματα, κι έτσι να τα απαθανατίσει: το αγγείο, τον ναό, το ένδυμα, το έργο τέχνης. Κι ο Μαρωνίτης, σε ένα σπάνιο ξέσπασμα, υπερθεματίζει: «να μη χαθούν η αυλή και η αίθουσα· η κολόνα και η δουροδόκη· το υπερώο της Πηνελόπης και ο αύλειος θάλαμος του Τηλεμάχου· τα τομάρια των βοδιών, που έσφαξαν οι μνηστήρες και τώρα κάθονται πάνω τους, παίζοντας τους πεσσούς· το γυαλιστερό τραπέζι και οι κούπες του κρασιού· οι δίσκοι του τραπεζάρχη έμπλεοι με τα κρέατα· τα δαδιά στα χέρια της Ευρύκλειας, καθώς συνοδεύει τον Τηλέμαχο στον θάλαμό του, να κοιμηθεί· ο πάσσαλος, όπου κρεμά καλοδιπλωμένον, για να μην τσακίσει, τον χιτώνα του αγαπημένου της εφήβου· ο σύρτης της πόρτας· η προβατίσια φλοκάτη, κάτω από την οποία ξαγρυπνά όλην τη νύχτα ο Τηλέμαχος, έχοντας στον νου του την εντολή της Αθηνάς. Ο χώρος και τα πράγματα στην πρώτη ραψωδία έχουν την ίδια σημασία με τα πρόσωπα: ρυθμίζουν την αφήγηση και ρυθμίζονται από τον σφυγμό της, που συνεχώς σαλεύει στο σώμα του ποιήματος».

Μολονότι, όπως επισημάνθηκε εκ προοιμίου, δεν πρόκειται εδώ για καθαυτό κριτικό σημείωμα, δε θα παρακάμψουμε το ερώτημα που αναφύεται: Χρειάζεται, άραγε, ειδικά στην εποχή μας της «νομιμοποίησης» των πολλαπλών και άκρως υποκειμενικών αναγνώσεων, να στρέψει κανείς με τόση επιμονή το πηγούνι μας προς τη δική του ανάγνωση της Οδύσσειας, ωσάν να επρόκειτο για παντοδύναμο χολλυγουντιανό παραγωγό; Δικαιούται να χρησιμοποιήσει κανείς το σπάνιο ταλέντο και τη βαθιά του γνώση για να δεσμεύσει τη ματιά μας απέναντι στην Οδύσσειαπερισσότερο από όσο θα μπορούσε να πετύχει οποιαδήποτε διασκευή, μεταγραφή ή άλλη καλλιτεχνική επεξεργασία των μοτίβων της; Θα τολμούσα να ισχυριστώ πως όχι μόνο δικαιούται αλλά και επιβάλλεται να το πράξει, ακριβώς για χάρη μας. Ισορροπώντας σε ιδανικό τετράγωνο το τεταμένο τρίγωνο ποιητή-μεταφραστή-αναγνώστη με την προσθήκη του κριτικού σχολιαστή, ο Μαρωνίτης πραγματοποιεί, εις πείσμα πάντοτε της προγονολατρείας και άλλων πάσης φύσεως ιδεοληψιών, την απαραίτητη αναστήλωση-αναπαλαίωση του έπους. Ας μην το ξεχνάμε, κι ας ακούγεται απλοϊκό ως επιχείρημα υπέρ μείζονος φιλολόγου: οι παλιές ιστορίες ζουν μονάχα όσο και όπως τις ξαναλέμε με τον τρόπο μας. Διαφορετικά εκπίπτουν σε σχολική ύλη ή σε μουσειακό έκθεμα. Στα ελληνοκεντρικά συμφραζόμενά μας, τα δυο παραπάνω παράγουν και μια τρίτη διάσταση: το ιδεολόγημα του «από αρχαιοτάτων χρόνων δικού μας», δηλαδή του ιερού και άβατου. Για να αποκτήσουμε αληθινή πρόσβαση στο παγκόσμιο έπος είναι λοιπόν αναγκαίο να διαμεσολαβηθεί αυτό ως ξένο- «πολυτέλεια» άλλωστε αυτονόητη για τους αλλόγλωσσους αλλοεθνείς. Με τη συμπαγή μεταφραστική και κριτική-ερμηνευτική του παρέμβαση ο Μαρωνίτης μας «αποξενώνει» και τυπικά από το πράγματι ξένο και μας το ξαναχαρίζει, απελευθερωμένο αυτή τη φορά και αληθινά επιθυμητό, όπως κάθε τι το εξωτικό: με όλη τη γοητεία που η Οδύσσεια αυτονόητα διαθέτει για κάθε Άγγλο και για κάθε Γερμανό. Εκτιθέμενος –ποικιλοτρόπως μάλιστα- σε τέτοιες επιτελέσεις μας επιτρέπει, στον καθένα και την καθεμιά από μας ξεχωριστά, να αναμετρηθούμε εκ νέου με τηνΟδύσσεια, παρέχοντάς μας τις δυο απαραίτητες για τον σκοπό αυτό προϋποθέσεις: τη νέα γλώσσα και την εκ νέου διήγηση, φωτισμένη και σκηνοθετημένη με σύγχρονο τρόπο στα Επιλεγόμενα.



Δημοσθένης Κοκκινίδης, Ομήρου Οδύσσεια
Σε συνεργασία με τον Δ. Ν. Μαρωνίτη
ΜΙΕΤ 2012

Κι αν προτιμώ να μιλώ για «φωτισμό» και «σκηνοθεσία» παρά για «ερμηνεία», αν επιμένω να βλέπω τα Επιλεγόμενα ως σκηνοθετική οδηγία για την μεταφρασμένηΟδύσσεια, είναι η ιδιοτυπία της προσέγγισης του Μαρωνίτη που μου το επιβάλλει, ανοίγοντας στα δικά μου μάτια δυο διαστάσεις. Η πρώτη αφορά τη ρίζα και τη σύσταση της γραφής του, που για μια φορά ακόμη αίρει τον στοχασμό και τη συζήτηση στο επίπεδο της δημιουργίας. Αυτό, βεβαίως, δε μας είναι καθόλου άγνωστο στον Μαρωνίτη· τέτοιων ανθρώπων τα κείμενα λάμπουν μοναχικά και διακεκριμένα στην αραιοκατοικημένη μεθόριο ανάμεσα στην τέχνη και την επιστήμη –ας θυμηθούμε κι άλλους εμβληματικούς κατοίκους που δεν έκαναν σκόντο στην ομορφιά χάριν της σκέψης, τον Βάλτερ Μπένγιαμιν, ας πούμε, που έγραφε κι αυτός «ανοίγοντας τις φλέβες του», όπως λέει ο Σεφέρης (μολονότι τόσο οι ερμηνευτές του όσο και οι μεταφραστές του στα ελληνικά μοιάζουν συχνά να αγνοούν παντελώς τούτη την ομορφιά, που δεν είναι βεβαίως απλή καλλιέπεια!). Ας είναι. Είναι δύσκολο να διαχειριστεί κανείς γραμματολογικά έργα τέτοιου εύρους, που δονούνται ταυτόχρονα από καλλιτεχνικό παλμό: λείπουν τα λόγια, λείπουν τα εργαλεία. Γι’ αυτό τα κυκλώνει κάποτε άδικη, αμήχανη σιωπή. Παράξενο αλλά γράφοντας τούτο το σημείωμα αισθάνομαι ότι μιας τέτοιας σιωπής το ψυχρό πέπλο επιχειρώ να χαράξω εδώ κι εκεί. Η δεύτερη διάσταση προσδίδεται από τις δημόσιες αναγνώσεις τηςΟδύσσειας από τον Μαρωνίτη, που δεν μπορώ να τις δω ξεχωριστά από την υπόλοιπη εργασία. Ας θυμόμαστε ότι η Οδύσσεια γράφτηκε κάποτε για να τραγουδιέται και να ακούγεται: στα αντικριστά κάτοπτρα του ποιητή και του Οδυσσέα-αφηγητή ο Μαρωνίτης προσθέτει –διπλό- το δικό του κάτοπτρο, ως μεταφραστής και ως performer. Αν είναι τρίγωνο το σχήμα που προκύπτει ή τετράγωνο, δεν μπορώ να το πω ωστόσο με σιγουριά.

Η αβεβαιότητα οφείλεται ίσως στη φόρτιση ενός περιστατικού που θα διηγηθώ αμέσως και θα κλείσω έτσι το σημείωμα. Μέχρι πριν λίγο καιρό δεν ήξερα να το χρονολογήσω ακριβώς: θυμόμουν το χώρο (ένα μικρό νοικιασμένο διαμέρισμα σε μια γειτονιά της Αθήνας), την εποχή (καλοκαίρι), την ώρα (βραδάκι), την πηγή του ήχου (ένα τρανζιστοράκι), τον ραδιοφωνικό σταθμό στο περίπου (Δεύτερο ή Τρίτο Πρόγραμμα), το ότι δεν υπήρχε ακόμη ιδιωτική ραδιοφωνία και τηλεόραση, δεν είχε ξεσπάσει το σκάνδαλο Κοσκωτά, δεν είχε πέσει το Τείχος, δεν είχαμε e-mail ούτε κινητό…- άρα θα πρέπει να ήταν το καλοκαίρι του ‘87 ή του ‘88. Ήμουν η μοναδική ακροάτρια σε κείνο το χώρο και χρόνο και, ελλείψει συντρόφων/ μαρτύρων, δεν ήξερα για αρκετά χρόνια να πω αν έγιναν «έτσι ακριβώς» τα πράγματα ή αν τα φαντάστηκα. Μια εύκολα αναγνωρίσιμη φωνή απάγγελνε στην ησυχία τη Ραψωδία ετης Οδύσσειας. Ποιος ξέρει που με βρήκε η αρχή της ανάγνωσης. Το τέλος της πάντως με άφησε ακίνητη, τα φώτα σβηστά γιατί κανείς δε σκέφτηκε να τα ανάψει. Ακίνητη για κάμποση ώρα, με την αίσθηση των κοφτερών βράχων στο σώμα, της πικρής γεύσης των κυμάτων, της απόλυτης εξάντλησης του ναυαγού, του ύπνου που μπορεί να γινόταν και θάνατος, της εγκατάλειψης στην πρόνοια της όποιας Μοίρας, της διάσωσης του χωμένου στη στάχτη δαυλού. Πεθαίνεις ζωντανός και ξαναγίνεσαι. Πρέπει να πεθάνεις ζωντανός για να ξαναγίνεις. Πρέπει να παλέψεις για τη ζωή σου κι ύστερα πρέπει να αφεθείς. Χρόνια ολόκληρα προχώρησα με τούτη την ανομολόγητη ανάμνηση των λόγων και της φωνής. Ήταν, νομίζω, το τελευταίο παραμύθι που μου χαρίστηκε.

Όταν, αργότερα, πήρα στα χέρια μου τη δίτομη στην αρχή μετάφραση[2] διάβασα πρώτα την ε· μετά, φυσικά, τη «Νέκυια». Στα Επιλεγόμενα διάβασα την ερμηνεία γι’ αυτό το «φυσικά»- ανοίγοντας βεβαίως και πάλι πρώτο το κεφάλαιο της ε: «Γιατί στον πάτο της Οδύσσειας ο νόστος έχει φιλιώσει με τον θάνατο· κι ο θάνατος με τον νόστο.» Στο δε κεφάλαιο λ ο ποιητής διαλέγει, κατά τον Μαρωνίτη, «να καθρεφτίσει και το δικό του προσωπείο στα σκοτεινά νερά της «Νέκυιας» – διακριτικά όμως και ειρωνικά, πίσω και κάτω από το πρόσωπο του πολύτροπου Οδυσσέα, που η υψηλότερη αρετή του αποδεικνύεται εδώ πως είναι η ίδια η τέχνη της επικής ποίησης, η τέχνη της Οδύσσειας.» Στην πρόσφατη παρουσίαση των οδυσσειακών πονημάτων του Μαρωνίτη είδα, εντέλει, να προβάλλεται στην οθόνη του Μουσείου Μπενάκη η απαγγελία του Μαρωνίτη στο Χυτήριο: ήταν, και πάλι, η ε. Λίγον καιρό μετά έπιασα στα χέρια μου την τελευταία, οριστική, έκδοση της μετάφρασης σε έναν μόνο τόμο[3]. Στην εισαγωγή διάβασα πως όλα είχαν αρχίσει «ένα μαγευτικό βράδυ», με την απαγγελία της ε «ψηλά στο κάστρο της πόλης» (Πάτρα) το καλοκαίρι του 1988. Η ανάμνηση της ραδιοφωνικής εκπομπής είχε πλέον χρονολογηθεί. Δεκαοκτώ σχεδόν χρόνια αργότερα απολαμβάνουμε τη χαρά να ανακλόμαστε, έστω σαν σκιές, κάπου ανάμεσα στα «αόρατα» είδωλα: του ενήδονου ποιητή και του ενήδονου ακροατή» (Επιλεγόμενα, ραψωδία ζ), ανάμεσα στη μετάφραση, τις απαγγελίες και τα Επιλεγόμενα του Μαρωνίτη.



[1] Δ. Ν. Μαρωνίτη, Επιλεγόμενα στην Ομηρική Οδύσσεια, Κέδρος 2005.

[2] Οδύσσεια, Ραψωδίες α-μ, Μετάφραση Δ. Ν. Μαρωνίτης, εκδόσεις Καστανιώτη, 1995 και Οδύσσεια, Ραψωδίες ν-ω, Μετάφραση Δ. Ν. Μαρωνίτης, εκδόσεις Καστανιώτη, 2001.

[3] Ομήρου Οδύσσεια, μετάφραση Δ. Ν. Μαρωνίτης, οριστική έκδοση, Ίδρυμα Μανώλη Τριανταφυλλίδη, 2006.

* * *


Πολιτικό μανιφέστο για ιδιωτική χρήση

—Δ. Ν. Μαρωνίτης—

Το Γενάρη, λοιπόν του 1968 έλεγα στους φοιτητές μου (βρίσκω πρόχειρα γραμμένες τις σημειώσεις μου) τα ακόλουθα:

«Το μάθημα τούτο αναγκάζομαι να το κάνω κάτω από απειλητικούς ψιθύρους. Μου λείπει επομένως το κέφι να μιλήσω για τα Κύπρια Έπη, εφόσον μάλιστα ενδέχεται αυτά τα λόγια να είναι και τα τελευταία που ακούτε από το στόμα μου.
Γι’ αυτό και παρεκκλίνω από τον ίσιο δρόμο και, ακολουθώντας τον πιο αντιπαθητικό από τους αρχαίους συγγραφείς, λέω να το ρίξω στις υποθήκες, για να εξορκίσω έτσι τον Μεταξά και τους σύγχρονους επιγόνους του.
1) Κρατείστε ξύπνιο το μυαλό σας στους σκοτεινούς καιρούς. Μ’αυτό κυρίως θα πολεμήσετε τη βαναυσότητα της εξουσίας.
2) Μην απομονωθήτε. Με το λόγο, τη σιωπή και την πράξη σας σταθήτε πλάι σε κάποιον: στη μάνα σας, στον αδελφό σας ή στο φίλο σας, και προπαντός στα νεότερα παιδιά, που περιμένουν από σας να δουν αν θα τους φράξετε ή θα τους ανοίξετε το δρόμο της ελεύθερης αναπνοής.
3) Μη φοβάστε τους ανθρώπους που έχουν ρωμαλέα πάθη: όσους οργίζονται, πίνουν και αγαπούν. Πολεμάτε μόνον τους κάπηλους της ελληνοχριστιανικής ηθικολογίας. Απομονώστε όσους συνεχώς χαμογελούν, που όταν μιλούν δεν σας κοιτούν στα μάτια, κι όταν τους δίνετε το χέρι, δεν ξέρουν ή δεν θέλουν να το σφίξουν. Ανάμεσά τους θα βρήτε τους χαφιέδες.
4) Σηκώστε με σεμνότητα το χρέος που σας ανήκει. Φανείτε εις μικρόν γενναίοι».

Από το κατεβατό αυτό δεν θα άλλαζα και σήμερα πολλά πράγματα, θα κατέβαζα μόνο τον τόνο του πιο χαμηλά και θα εξαφάνιζα την αισθηματολογία του, προσθέτοντας έναν ανορθόδοξο ορισμό του φασισμού: φασισμός είναι να σε ρωτούν δημοσίως για την ιδιωτική ζωή σου και να σε ανακρίνουν ιδιωτικώς για τις δημόσιες πράξεις σου.

[Το κείμενο αυτό, το τελευταίο μάθημα του Δημήτρη Μαρωνίτη (1929-2016) στους φοιτητές του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, λίγο πριν τον παύσει και τον κυνηγήσει η Χούντα, το ανασυνέθεσε ο ίδιος σε επιφυλλίδα του στο Βήμα στις 26 Οκτωβρίου 1974. Μας το θύμισε σήμερα ο Νίκος Γκιώνης.]

* * *


Μαύρη γαλήνη

—Δ. Ν. Μαρωνίτης—

Οι 8 μήνες του εγκλεισμού του Μαρωνίτη, από τις αρχές του ’73 μέχρι τη γενική αμνήστευση, άφησαν το σημάδι τους στη «Μαύρη γαλήνη», ένα κείμενο που γράφτηκε στο κελί, σε φθαρμένες χαρτοπετσέτες, όταν κατάφερε να βρει ένα μολύβι ο Δ. Ν. Μαρωνίτης. Το κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε τον Οκτώβριο του 1973 στο 8ο και τελευταίο τεύχος του περιοδικού Η Συνέχεια (από το οποίο και το αναδημοσιεύουμε σήμερα) και πρόσφατα, το 2007, στις εκδόσεις Το Ροδακιό.















Δημήτρης Μαρωνίτης

—από το Εντευκτήριο

Ο Δημήτρης Μαρωνίτης, δευτερότοκο παιδί της Αναστασίας Χατζηκυριάκου, από το Πυργί της Μικρασίας, και του Νικόλαου Μαρωνίτη, από τη Θράκη, γεννήθηκε στις 22 Απριλίου 1929 στη Θεσσαλονίκη, σε μια πάροδο της οδού Σοφοκλέους, μεταξύ Κασσάνδρου και Αθηνάς.

Τελείωσε το 17ο Δημοτικό Σχολείο, στην Αγίου Δημητρίου και το 1939 μπήκε, κατόπιν εξετάσεων, στο Πειραματικό Γυμνάσιο του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.

Αποφοίτησε από τη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης το 1952 και από το 1953 μέχρι το 1959 απασχολήθηκε ως άμισθος βοηθός του Γιάννη Κακριδή, εργαζόμενος παράλληλα, για τον βιοπορισμό του, στη Μέση Εκπαίδευση, στο Δελασάλ και στη Γερμανική Σχολή.

Κατόπιν, έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στο Μάιντς της Γερμανίας, με υποτροφία του Ιδρύματος Humboldt von Stiftung, νυμφεύθηκε την Ανθή Τσαπούλη (με την οποία απέκτησαν δύο κόρες, την Εριφύλη και τη Νίκη), ολοκλήρωσε τη διδακτορική του διατριβή με θέμα το ύφος του Ηροδότου, που την υποστήριξε το 1961, και τρία χρόνια αργότερα υποστήριξε τη διατριβή του για υφηγεσία, υπό τον τίτλο Εισαγωγή στον Ηρόδοτο.

Το καλοκαίρι του 1969, δεύτερη χρονιά της χούντας, απολυμένος ήδη από το Πανεπιστήμιο εξαιτίας των τολμηρών του διαλέξεων στο αμφιθέατρο της Φιλοσοφικής, συλλαμβάνεται και κρατείται επί έναν μήνα στην Ασφάλεια της Θεσσαλονίκης. Τον Φεβρουάριο 1971 συλλαμβάνεται για δεύτερη φορά, τώρα από την ΕΣΑ, και κρατείται επί δέκα μήνες στον Κορυδαλλό. Όταν δεν είναι στη φυλακή, καταφέρνει, παρά τις δυσκολίες της εποχής, να γράψει μια συλλογή δοκιμίων (Ανεμόσκαλα), ένα βιβλίο για τον Όμηρο και προσωπικές σκέψεις ως εισαγωγή σε μια συλλογή ελληνικών και ξενόγλωσσων δοκιμίων περί Ανθρωπισμού.

Αμετανόητος, δημοσιεύει στο Βήμα (με το οποίο έχει αρχίσει συνεργασία ως επιφυλλιδογράφος, δραστηριότητα που ακμαία συνεχίστηκε μέχρι τον θάνατό του), δημοσιεύει λοιπόν αιχμηρά άρθρα κατά του δικτατορικού καθεστώτος, με αποτέλεσμα να συλληφθεί για τρίτη φορά, τον Μάρτιο 1973, και να παραμείνει επί έξι μήνες σε κελί του ΕΑΤ-ΕΣΑ, όπου υπόκειται σε βασανιστήρια. Στη διάρκεια αυτού του τελευταίου, εξοντωτικού, εγκλεισμού του γράφει πάνω σε χαρτοπετσέτες το μικρό ημερολόγιο φυλακής Μαύρη Γαλήνη.

Με τη μεταπολίτευση, ορίζεται για λίγους μήνες ειδικός σύμβουλος του υπουργείου Παιδείας, με κύριο αντικείμενο την αποχουντοποίηση, και τον Νοέμβριο του 1974 επανέρχεται ως εντεταλμένος υφηγητής στη Φιλοσοφική Θεσσαλονίκης, όπου τον επόμενο χρόνο εκλέγεται καθηγητής στην Α΄ έδρα Κλασικής Φιλολογίας.

Το 1977 δημοσιεύει την πρώτη του μεταφραστική δοκιμή στην Οδύσσεια.

Το 1981 του απονέμεται κρατικό βραβείο δοκιμίου για το βιβλίο του Όροι του λυρισμού στον Οδυσσέα Ελύτη. Αν και κλασικός φιλόλογος, μιλάει στα πανεπιστημιακά του μαθήματα και για νεοελληνική ποίηση και πεζογραφία, γράφει και εκδίδει βιβλία για τον Σολωμό, τον Καβάφη, τον Σεφέρη, τον Ρίτσο, τον Πατρίκιο, τον Σινόπουλο, τον Σαχτούρη, τον Χειμωνά, τη Λαϊνά, τον Δημητριάδη και άλλους. Ορίζεται μέλος του διοικητικού συμβουλίου του Μορφωτικού Ιδρύματος Εθνικής Τραπέζης (ιδιότητα που θα διατηρήσει επί 11 χρόνια) και το 1989 αναλαμβάνει για μικρό διάστημα γενικός διευθυντής του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος, θέση από την οποία παραιτείται λόγω των αντιδράσεων που προκαλούν στο συντηρητικό κατεστημένο των ηθοποιών του θεάτρου αλλά και της πόλης οι τολμηρές πρωτοβουλίες και προθέσεις του.

Το 1990 εκδίδεται από τη «Στιγμή» η πέμπτη ραψωδία της Οδύσσειας (με εικονογράφηση του Κώστα Τσόκλη), ενώ τον επόμενο χρόνο αρχίζουν να κυκλοφορούν από τον Καστανιώτη, σε 24 διαδοχικά τεύχη, οι ισάριθμες ραψωδίες της Οδύσσειας ― η έκδοση θα ολοκληρωθεί το 2001.

Στο μεταξύ, το 1994 αναλαμβάνει πρώτος πρόεδρος και γενικός διευθυντής του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας· η επτάχρονη θητεία του στο Κέντρο θα αποδώσει 37 ερευνητικά και συγγραφικά προγράμματα για την ελληνική γλώσσα και τη διδασκαλία της, καθώς και αξιοπρόσεκτο εκδοτικό έργο.

Λίγο αργότερα, στο πλαίσιο του Κέντρου Εκπαιδευτικής Έρευνας, αναλαμβάνει επιστημονικός υπεύθυνος και συντονιστής του προγράμματος «Αρχαιογνωσία και Αρχαιογλωσσία στη Μέση Εκπαίδευση», επίσης με σημαντικό εκδοτικό έργο.

Το 1996 συνταξιοδοτείται από το Πανεπιστήμιο. Το 1999, για την προσφορά του στα κλασικά γράμματα, εκδίδεται στη Γερμανία ο τιμητικός τόμος Ευφροσύνη. Το 2003 τιμάται από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας με τον Ταξιάρχη του Φοίνικος, για την προσφορά του στα ελληνικά γράμματα και στον πολιτισμό.

Το 2009, ακαταπόνητος, δημοσιεύει τον πρώτο τόμο της μεταφρασμένης από τον ίδιο Ιλιάδας και τρία χρόνια αργότερα τον δεύτερο.




















Το ανάρτησα από https://dimartblog.com

Δεν υπάρχουν σχόλια: