«Μια φορά κι έναν καιρό... 21 το βράδυ και ξημερώματα 22 Ιουνίου του 2088:
Στα νερά της πηγής ένας βάτραχος λυπημένος,βαρύς και ατάραχος.
Ποιός να ξέρει τί να σκεφτότανε κι αν στον κόσμο κανείς τον νοιαζότανε.
Ποιό ραβδί μαγικό να τον άγγιξε και ποτέ την ψυχή του δεν άνοιξε.
Το ποτάμι μπροστά του αγνάντευε. Τί του έφερα δώρο δε μάντευε...
Ποιός να ξέρει τί να σκεφτότανε κι αν στον κόσμο κανείς τον νοιαζότανε.
Ποιό ραβδί μαγικό να τον άγγιξε και ποτέ την ψυχή του δεν άνοιξε.
Το ποτάμι μπροστά του αγνάντευε. Τί του έφερα δώρο δε μάντευε...
απ' τα βάθη της καρδιάς,
πάρε τούτο το φιλάκι
κι όταν γίνεις βασιλιάς,
μην ξεχάσεις τα παιδιά
που κοιμούνται στα παγκάκια
και ξυπνάνε βατραχάκια
και ξυπνάνε βατραχάκια
.....................................................................
Η αγάπη τον κόσμο ανάστησε
κι ένα νούφαρο πλάϊ του βλάστησε.
κι ένα νούφαρο πλάϊ του βλάστησε.
Το ποτάμι ξανά πίσω γύρισε,
στην πηγή που η άνοιξη μύρισε.
στην πηγή που η άνοιξη μύρισε.
Παραμύθια κι αλήθεια μπλεχτήκανε
και τα μάγια της νύχτας λυθήκανε.
και τα μάγια της νύχτας λυθήκανε.
Μια ευχή στο αυτί,του ψιθύρισα,
άνοιξα αγκαλιά και τον φίλησα».
άνοιξα αγκαλιά και τον φίλησα».
