
ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑΓΙΑ ΤΟΝ ΝΙΚΟΛΑ ΣΩΚΟ
Σε ένα γραφικό ψαροχώρι του Κορινθιακού κόλπου καθίσαμε για μπάνιο και για ουζάκι. Τον παρατηρούσα με την κόρη του πως παίζανε. Σα να βλέπεις δύο παιδάκια που ασυναίσθητα ξεσηκώνουν την παραλία με τα καμώματά τους. Ήταν χαρούμενος και ίσως η πρώτη φορά που δε διέκρινα εκείνη την ελαφριά μελαγχολία στο βλέμμα του, ίσως ήταν το δικό του γελαστό απόγευμα. «Και που να δεις να αναφέρεται στην Μαγιου -έτσι λένε τη μικρή- σε παρέα, λάμπει το πρόσωπό του» μου τονίζει η Ινές. Βγήκαν από τη θάλασσα αγκαλιασμένοι και αφού πρώτα την έβαλε στην καρέκλα, κάθισε κι αυτός στη δική του -πάντα σε απόσταση αναπνοής απ” το κορίτσι- όπως την αποκαλούσε. Παρήγγειλε μπύρα, έδωσε ένα φιλί στην αγαπημένη του Ινές και μου απάντησε -με αφορμή τη Μαγιού- σε μια προηγούμενη ερώτησή μου περι ευτυχίας.