«Βλέπετε γάρ τήν κλῆσιν ὑμῶν, ἀδελφοί, ὅτι οὐ πολλοί σοφοί κατά σάρκα, οὐ πολλοί δυνατοί, οὐ πολλοί εὐγενεῖς, ἀλλά τά μωρά τοῦ κόσμου ἐξελέξατο ὁ Θεός ἵνα τούς σοφούς καταισχύνῃ».
Ἐνώπιον τοῦ Ἐσταυρωμένου ἱστάμεθα σήμερα, ἀδελφοί μου· ἐνώπιον «τοῦ κειμένου εἰς πτῶσιν καί ἀνάστασιν πολλῶν»· ἐνώπιον τοῦ Σταυροῦ τοῦ Χριστοῦ ὁ ὁποῖος ἀποτελεῖ «σημεῖον ἀντιλεγόμενον». Ἀλλά τό νά ἵστασαι ἐνώπιον τοῦ Σταυροῦ δέν εἶναι μία ἁπλῆ ὑπόθεση, γιατί κανείς δέν μπορεῖ νά στέκεται ἀδιάφορος ἤ οὐδέτερος ἐνώπιον του· ὅλοι λαμβάνουν μιά θέση μέ τή στάση τους καί τή συμπεριφορά τους, ὅπως συνέβη καί μέ τούς ἀνθρώπους οἱ ὁποῖοι εὑρίσκοντο ἐνώπιόν του κατά τήν ἡμέρα τῆς Σταυρώσεως. Ἄλλοι λαμβάνουν τή θέση τῶν σταυρωτῶν, ἄλλοι τή θέση τοῦ ἀπιστοῦντος ληστοῦ, ἄλλοι τῶν στρατιωτῶν οἱ ὁποῖοι βάζουν κλῆρον στά ἱμάτιά του «τίς τι ἄρῃ», ἄλλοι τῶν παραπορευομένων πού βλασφημοῦν, ἄλλοι τή θέση τοῦ μαθητοῦ του Ἰωάννου, ὁ ὁποῖος περίλυπος παρακολουθεῖ τά γενόμενα, καί ἄλλοι τοῦ εὐγνώμονος ληστοῦ.


