
Κύριε, η εν
πολλαίς αμαρτίαις περιπεσούσα γυνή,
την σην
αισθομένη Θεότητα, μυροφόρου αναλαβούσα τάξιν,
οδυρομένη,
μύρα σοι προ του ενταφιασμού κομίζει.
Οίμοι ,
λέγουσα ότι νυξ μοι υπάρχει, οίστρος ακολασίας,
ζοφώδης τε
και ασέληνος έρως της αμαρτίας.
Δέξαι μου
τας πηγάς των δακρύων
ο νεφέλαις
διεξάγων της θαλάσσης το ύδωρ.
Κάμφθητί μοι
προς τους στεναγμούς της καρδίας,
ο κλίνας
τους ουρανούς τη αφάτω σου κενώσει.
Καταφιλήσω
τους αχράντας σου πόδας,
αποσμήξω
τούτους δε πάλιν τοις της κεφαλής μου βοστρύχοις.
Ων εν τω
Παραδείσω Εύα το δειλινόν,
κρότον τοις
ωσίν ηχηθείσα, τω φόβω εκρύβη.
Αμαρτιών μου
τα πλήθη και κριμμάτων σου αβύσσους
τίς
εξιχνιάσει, ψυχοσώστα Σωτήρ μου;
Μη με την
σην δούλην παρίδης, ο αμέτρητον έχων το έλεος.
Η μοναχή Κασσιανή περιγράφει με δέος και με τον πιο αριστουργηματικό τρόπο την ψυχική συντριβή της αμαρτωλής πόρνης του Ευαγγελίου, της παραδαρμένης από το κρίμα, που αποζητά την λύτρωση και την συγγνώμη από τον Θεό της αγάπης και Σωτήρα Χριστό.
